Lilia Lekker
Σαν να τρέχει ο καιρός, αυτός μπροστά και εγώ στα χνάρια του, έχω ξεχάσει το ταπεράκι με το φαί στο σπίτι και πεινάω και διψάω και ο καιρός χαλασμένος είναι από βδομάδες, το νωπό χώμα κάτω από τη μπότα μου γλιστράει και ένα κακό συναίσθημα, μια φριχτή υποψία, ένα μεγάλο κενό βροντοφωνάζει στο μέρος της καρδιάς σαν μπαλόνι που κοίτα το, έγινε αερόστατο τώρα, πετάει ψηλά , στις κεραίες ανάμεσα και η πόλη του γνέφει να την προσπεράσει, να φύγει να μην μπλεχτεί στην κίνηση των δρόμων, γιατί οι οδηγοί παραμονεύουν και μια στιγμή μονάχα θέλουν για να σε κατακερματίσουν, να ξεχάσεις κάθε λόγο και όλες οι αφορμές να γίνουν οι ίδιες, στον ίδιο καθρέφτη να κοιταχτούν, να θαυμάσουν τα δόντια τους τα χαλασμένα και όλοι οι οδοντίατροι του κόσμου δεν θα μπορούν να καθαρίσουν αυτό το χαμόγελο, που έπαψε πια να χαμογελάει γιατί φτώχυνε, γιατί εκείνος ήταν άλλος, γιατί αυτή έγινε ξένη , γιατί οι άνθρωποι της γης δεν ξέρουν να αγαπάνε , μόνο ψεύδονται και αυτό το παραμύθι ακόμα το φωνάζουν δέσιμο, λες και οι κλωστές δεν ακούνε και γελάνε με τα κουβάρια μας.

Θα σου πω ένα αστείο και μετά θα μου πεις ένα και εσύ. Θα ανοίξω την πόρτα και θα φύγω και μετά θα φύγεις και εσύ. Και ότι άλλο συνέβη ενδιάμεσα θα το συζητάνε μόνο τα πουλιά στα σύρματα. Τα ρούχα μας θα είναι ακόμα κρεμασμένα στις ντουλάπες και μέσα στο πλυντήριο ότι απέμεινε από μας, ένα μάτσο ασπρόρουχα που θα πλύνω, θα κρεμάσω και με την αύρα των καιρών πάλι στα κορμιά μας θα στέκονται, στρατιωτάκια αμίλητα, με άλλους συντρόφους στο πλευρό, σε άλλες θέσεις μάχης. Θα σε θυμάμαι μαζί με όλα τα υπόλοιπα πλυντήρια της ζωής μου και θα με μυρίζεις στις ζεστές σου σοκολάτες. Και ύστερα, το καλοκαίρι θα μπει και δεν θα είναι μικρό, θα είναι ο ήλιος το πορτοκάλι που ψάχναμε, μα κρύφτηκε στα συρτάρια του γραφείου.
0 Responses

Δημοσίευση σχολίου