Lilia Lekker

Σε αυτή την πολυκατοικία οι τοίχοι μοιάζουν με κακόγουστο αστείο εργολάβου του '60. Μηρυκάζουν, ένα αόρατο παραπέτασμα, ευκόλως διαπεραστό από τις αγριοφωνάρες και τις κακομαγειρεμένες συνταγές των ξεψυχισμένων ενοίκων. Ή μήπως θα’ πρεπε να πω «των γειτόνων» μου;

Φωνές δικές της, μισότρελη η γειτόνισσα ωρυεται ξορκίζοντας τα πεθαμένα και ζωντανά απόβλητα, που είναί όλοδικά της αλλά μοιάζουν να μου μιλάνε, να γίνονται προβλήματα δικά μου. Ταλαιπωρούν τα αφτιά μου, κουράζουν το κορμί μου τις πρώτες πρωινές ώρες, τότε που την βρίσκουν ξύπνια να φοράει τα άσπρα της τσόκαρα και να τρυπώνει στην κουζίνα.

Εκείνη αντιθέτως είναι ακούραστη. Θα τη χτυπήσει στο πρόσωπο και στην πλάτη με χέρια βαριά και μπουνιές ασκημένες στο ξυλοκόπημα ο Φάνης αλλά στενάζει πάντοτε ανακουφισμένη. Δεν τον έχω δει ποτέ. Για μήνες αναρωτιόμουν αν ένα απαύγασμα της άρρωστης φαντασίας της ήταν αυτός ο άνθρωπος, που πάντα για εκείνον μου μιλά όταν τη συναπαντώ στην είσοδο της πολυκατοικίας ή στην μικρή πλατεία του λόφου Σκουζέ, στον πάγκο, δίπλα στα Aλβανάκια, όταν καβάλα στα σκουριασμένα ποδήλατα τους κατακτούν κάθε Κυριακή πρωί την αλάνα.

Ώσπου ένα βράδυ η φωνή του από το διπλανό διαμέρισμα, μου παρουσιάστηκε σαν άλλος Κύριος, από αόρατα ηχεία σε κάθε γωνιά του δωματίου , με αυτά να εκπέμπουν τις διαταγές του από άνωθεν, ή από δίπλα, και εγώ μόνο αν ανασηκωνόμουν από το μονήρη και ακύμαντο βίο μου θα κατάφερνα να ακολουθήσω το πρόσταγμα του.

« Σκάσε. Σκάσε μωρή καριόλα σου λέω».

Όχι, ο Φάνης ήταν αληθινός , ένας πραγματικός κύριος, αλλά όχι ο Κύριος που φαντάστηκα. Δεν απευθυνόταν σε μένα αλλά σε αυτή τη γυναίκα με τα ξεβαμμένα πορτοκαλί μαλλιά και τα αναποφάσιστα μάτια. Να ήταν πάντα έτσι; Την αδερφή της μια φορά τη συνάντησα καλοκαιράκι στις αυλές μας, που συγκοινωνούν, να ατενίζει την λεμονιά της αποτρελαμένης αδερφής της. Χάιδεψα λίγο το δέντρο με τα μάτια μου , τα κάγκελα ανάμεσα μας έφραζαν μια οπτική πιο άμεση.

« Ευτυχώς που βάλατε και τα κάγκελα, είναι δύσκολη η γειτονιά εδώ» Η Κατερίνα τα είχε μισήσει, πως θα εισέβαλε ξέφραγη στον δικό μου κόσμο, όταν ο δικός της θα έτρεχε ξωπίσω της, με όλα αυτά τα κάγκελα ανάμεσα μας; Ήξερε άραγε ότι η αδερφή της μαζεύει λεμόνια στις αφραγκιές της και τα πουλάει σε λαϊκές αγορές δύο δρόμους πιο πάνω; Τα αραδιάζει δίπλα στους γύφτους με τα τρίκυκλα τους και τις άτεγκτες χειρονομίες τους. Χωρίς πάγκο, χωρίς τίποτα. Τα φέρνει παράνομα μέσα σε μια αγκαλιά, τυλιγμένα με μπλε ξεφτισμένη κουβέρτα πλοίου και κάθεται σε μια διασταύρωση δρόμου, κάνοντας αυτό που ξέρει καλά να κάνει, να φωνάζει. Την είχα δει ένα πρωινό που ο ήλιος είχε δόντια και η γειτονιά φάνηκε να προσφέρεται για ένα περπάτημα από άκρη σε άκρη.

Αποκλείω να ξέρει για τα λεμόνια, στις δύο φορές το εξάμηνο που επισκέπτεται την Κατερίνα, στη φαγωμένη ώρα που καταδέχεται να καθίσει στο σπιτικό της, το μόνο που προλαβαίνει, είναι να μιλήσει με κανέναν ένοικο όπως εμένα καλή ώρα και να συνωμοτήσει χαμηλόφωνα εναντίον της ίδιας της αδερφής. Να προλάβει να πει:

« Έχει πρόβλημα η καημένη, να, τα έχει λίγο χαμένα» και με το δεξί της δείκτη κοντά στον κρόταφο να μου τονίσει πόσο ντροπιασμένη νιώθει. Τώρα είναι βράδυ και εκείνη πάλι φωνάζει, ολοένα και περισσότερο μέχρι να κορυφώσει μέσα της η δικιά της δικαιοσύνη, να ανακοινώσεί κάποιος μηχανισμός ελέγχου δικός της ότι από δω και πέρα θα είναι όλα καλά, «μη ταλανίζεις άλλο το λαιμό σου , ησύχασε».



Μου πήρε μήνες για να παρατηρήσω και να μελετήσω στη συνέχεια με απόλυτη ακρίβεια, το περιεχόμενο των υστεριών της. Το απογοητευτικό ήταν ότι δεν πρόκειται για μια ανεξάντλητο ρεπερτόριο, αλλά για ένα αναμάσημα εννοιών αδιευκρίνιστων, ενός φτωχού λεξιλογίου μιας βασανισμένης ψυχής. Καθαρίζει τις σκάλες της πάντα βρώμικης πολυκατοικίας μας, και είναι μια ειρωνεία, θα συμφωνήσετε και εσείς, μου θυμίζει τη μικρή μου κεραμιδόγατα, έρμαιο της αδίστακτης περιέργειας της, εξερευνά μυρίζοντας το ολοένα και αποκαλυπτικότερο σύμπαν τριγύρω της αλλά πέφτει πάντα στις ίδιες παγίδες, όταν αυτές υπάρχουν, διότι αυτές πάντα ίδιες θα παραμένουν. Ας τρίβει σκάλες, ας καθαρίζει το πεζοδρόμιο- ακόμα να τελειώσει αυτή η ρημαδιασμένη η οικοδομή απέναντι- ποτέ τίποτα δεν ξεβρομίζει, μέσα της ή έξω της. Αυτή η παλιασμένη μυρουδιά πτωμαΐνης σου γίνεται οικεία αφού μετακομίσεις εκεί και αυτό όχι γιατί κερδίζει τον επεκτατικό της πόλεμο εναντίον σου. Ξυπνά μέσα σου σαν τέρας πεινασμένο από την πολύχρονη ακινησία και δαμασμένο αρχικά, σε πλησιάζει με γαλήνιο πρόσωπο, νερένια χαρακτηριστικά, μια αδιάκοπη κίνηση να σε προσηλυτίσει και να το προστατέψεις , φτερούγες να απλώσεις να το μαζέψεις κοντά σου. Να πεις « θα την ξεπαστρέψω αυτή την λιγομίλητη φτήνια, αυτό το τίποτα που όλοι νιώθουν σε αυτό το μέρος αλλά το αφήνουν ανείπωτο, να μιλάνε οι δευτέρας διαλογής πολυκατοικίες τους για αυτό.» Είναι κοντοπίθαρο το τέρας και πράγματι δεν λέει πολλά, η φτώχια ποτέ δεν λέει πολλά για να δικαιολογηθεί γιατί είναι και περήφανη, η δυστυχία όμως, πολυλογού ως είναι, σταματημό δεν έχει και είναι σε μια μόνιμη πάλη μεταξύ τους, με τη δυστυχία πάντοτε να χασκογελά με σάπια τα δόντια της στο θαμπό καθρέφτη της εισόδου μας.

Ο Φάνης πάντως μου θυμίζει ήρωα που έγινε μεσονυχτίς κακός, γιατί κάποιος έφερε τον κακό του δίδυμο αδερφό στη θέση του και εκείνος κάπου σε αποθήκη αδειανή χτυπιέται αλυσοδεμένος. Δεν ξέρω αν τον συμπαθώ ή τον αντιπαθώ, αν τη χτυπάει και είναι καταδικαστέα αυτή του η πράξη ή αν χωρίς τούτο τον άντρα, να είχε αυτή πεθάνει από καιρό. Γι’ αυτό δεν έχω αποφασίσει ποτέ να κοιτάξω απ’ το ματάκι της εξώπορτας, όταν τους ακούω να μπαίνουν στο μικρό της δωμάτιο, ηχηροί και αδειανοί όπως πάντα. Το παράδοξο είναι ότι σεξ δεν τους έχω ακούσει ποτέ να κάνουν, παρότι είναι πολλές οι φορές που ήχοι από το μπάνιο μου με αναστατώνουν και σηκώνομαι από εκεί που είμαι. Φτάνω δίπλα στο νεροχύτη με τα πορτοκαλένια κρεμοσάπουνα, απότοκο της δικής μου ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας και σαν να ‘ ναι μέσα στο ίδιο μπάνιο κάποιος, σηκώνει αντικείμενα και τα ξανα αφήνει. Έχω συχνά αναρωτηθεί σε τι μπορεί να μεταφράζονται οπτικά όλοι αυτοί οι ήχοι που αδιάκριτα εισβάλλουν μέσα στο δικό μου διαμέρισμα, τι αντικείμενα να είναι αυτά που κάθονται από την άλλη πλευρά του τοίχου;

Ένας – ο βασικότερος μάλλον- λόγος που είμαι σε θέση να αντιλαμβάνομαι κάθε αεράκι που ανακινεί τη μυρουδιά αυτής της πολυκατοικίας, είναι ότι βρίσκομαι ολημερίς και ολονυχτίς καθισμένη δίπλα στην εξώπορτα της γκαρσονιέρας μου. Αυτό δεν είναι κάτι συμπτωματικό, είναι όμως και πάλι ειρωνικό. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά , το απαρχαιωμένο ματάκι της εξώπορτας με προδίδει κάθε φορά , το ηλεκτρικό καίει στο σκοτεινό μου ισόγειο ολημερίς, και τότε πλησιάζω δειλά να ψάξω για σκιές που περνάνε και ανεβαίνουν την σκάλα ή την ίδια με τον Φάνη, για να ξεσκεπάσω τα ατελείωτα λεπτά που περνάνε, μέχρι ο καυγάς να σταματήσει, και το κλειδί να ανοίξει την πόρτα. Είναι το πιο ενοχλητικό απ’ όλα, πειράζουν τις ευαίσθητες χορδές της ασύλληπτης περιέργειας μου, καθώς όλα συμβαίνουν ακριβώς έξω από την πόρτα μου, αλλά τρόπος να τα παρατηρήσω δίχως να τα υποθέτω ή να εκτεθώ, δεν έχει βρεθεί ακόμα. Όμως τίποτα δεν έχει σημασία γιατί σήμερα θέλω να τη σκοτώσω. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Θέλω μόνο να σωπάσει , να χάσει τη φωνή της , να μη χρειάζεται άλλο να ανεβάζω το volume των δικών μου ηχείων για να υπερκαλύπτουν τις δικές της φοβισμένες ανεπάρκειες. Νιώθω σαν σημαντική αυτή την απόφαση και γι’ αυτό αποφάσισα να καθίσω άτσαλα όπως πάντοτε, μπροστά σε αυτή την ψυχρή οθόνη, σαν τότε και να γράψω όλα αυτά που αν δεν γραφούν , θα πραχθούν.

«Ποιός λερώνει τη σκάλα ρε παιδιά. Φωνάζουν αυτοί σας λέω, φωνάζουν»

Η Κατερίνα..

(to be continued)



3 Responses
  1. tsaousa Says:

    Χαίρομαι πολύ για τη γνωριμία και περισσότερο γι αυτό που διάβασα.


  2. Lilia Lekker Says:

    :) δεν έχω ίντερνετ στην παρούσα γιατί επέστρεψα σε συνθήκες εμετικής λιτότητας. however, αναφορικά με το πρώτο σκέλος, the pleasure's all mine!


  3. ΞΕΝΗ Says:

    Μικρή πέρνα να πάρεις την πάσα σου...
    (Δηλαδή ακολουθείς αυτά που λέει η κυβέρνηση... τα περι λιτότητας; )


Δημοσίευση σχολίου