Lilia Lekker

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι τόσο μάχιμη τελευταία. Αν ήμουν ο Brunetti, οι τελευταίες ημέρες θα ήταν μάλλον "μια πεντάκιλη πούτσα με aids σφηνωμένη μέσα στο στόμα μου". Και επειδή καθετί που δεν λέμε, είναι απείρως πιο σοβαρό από αυτό που λέμε, εξηγούμαι.
( Προσγειωνόμαστε στη Τρίτη - Έχουν προηγηθεί πάμπολλοι απλήρωτοι λογαριασμοί οι οποίοι διογκώνονται ενόσω αδυνατώ να τους πληρώσω, όπως και μια σοκαριστική συνάντηση με έναν Κάπα - πως λέμε Κωνσταντίνος Βήτα, Πηνελόπη Δέλτα κλπ).

12.00 Είναι ένα καυτό πρωινό και εγώ ενδίδω σε κυκλικό πρωινό κυνήγι θησαυρού (με δώρο το όχημα μου) περιμετρικά του σταθμού Μαρούσι. Έχω εμφανίσει πρόωρη άνοια και δεν έχω ιδέα που έχω παρκάρει την προηγούμενη, πάθηση για την οποία χαρακτηριστικά κοροϊδεύω την μάνα μου εδώ και χρόνια. Όταν ο δρόμος με έβγαλε (για άλλη μια φορά) κάτω από το σπίτι της Θην, χτύπησα αναζητώντας νερό και κατανόηση.

Βρήκα την αδερφή της στην κουζίνα, η οποία γύρισε αιφνιδίως από την Ινδία και μου αποκάλυψε ότι στις περιπλανήσεις της γνώρισε μια κοπέλα φτυστή εγώ! Την τελευταία φορά που εξαφανίστηκε στην Ινδία για μήνες, επέστρεψε με ένα αδιάγνωστο έκζεμα στο πόδι και μια υπέροχη ιστορία για το πως μαιμουδάκια της έκλεβαν ντομάτες από το σαλόνι. Πώς; Μπαίνοντας ελεύθερα αφού η Eve είχε νοικιάσει ένα γιαπί μισοτελειωμένο,χωρίς στέγη και παράθυρα.

- Ινδή; την είχα πραγματικά ικανή να θεωρήσει κλώνο μου κάποια σκουρόχρωμη μαυρομάτα.
- Όχι ρε! Ιρλανδέζα. Πρέπει να γνωριστείτε. Facebook έχεις;
- Positive. Και τι έκανε αυτή εκεί;
- Ντοκιμαντέρ για τους Δυτικούς που πηγαίνουν στην Ινδία για να φωτιστούν.
Η Θην έλαμψε και αυτή επικίνδυνα. Με κοίταξε λες και ανακαλύψαμε τη χαμένη μου κάλτσα που διέφυγε απ' το πλυντήριο, αλλά γύρισε στην μητρική αγκάλη.
- Βαρεμένη δηλαδή, είπα γιατί προφανώς δεν ταυτίστηκα με το δημοσιογραφικό όραμα του alter ego μου.
- Οχι, Θα δεις,θα δεις!

14.00 Ημέρες επαναπατρισμού διένυε και ο Oleg τελικά, τον οποίο αναγνώρισα μεσημεριάτικα
σε ένα αυτοκίνητο γεμάτο τζίβες. Η Daria χαιρετούσε τους περαστικούς κάνοντας το σήμα της ειρήνης και λέγοντας "πις" σε σπασμένα μωρουδιακά, όταν τον είδα να ξεπροβάλλει μπροστά μου ύστερα από δύο μήνες περιπλάνησης σε Ινδία και Νεπάλ ( να θυμηθώ να ανεβάσω ταξιδιωτικό οπτικό από τις περσινές μου βόλτες στο Νεπάλ).

-Γύρισεεεεεεεεεες...

Η φωνή μου χάθηκε στο υπερπέραν των Μελισσίων και ένα μακρύ χέρι πρόλαβε να βγει από το πίσω παράθυρο και να χαιρετήσει. Το αμάξι τους έστριψε. Το τηλέφωνο χτύπησε.

- Ο παππούς πεθαίνει, άκουσα τη μάνα μου να λέει, και να συνεχίζει

- Θα το φροντίσουμε εγώ και ο super mario, αφήνοντας με να το ερμηνεύσω κατά το δοκούν.

Κλείνει.
Γυρνάω στο μπιζέλι.

- Ο παππούς πεθαίνει, είπε και θα το φροντίσουν.

(Μετά από δευτερόλεπτα)

- Μάλλον εννοεί ότι ο παππούς πέθανε; Αλλιώς , τι να φροντίσουν;;

Το μπιζέλι γνέφει συγκαταβατικά. Σπεύδουμε για το πατρικό μου. Εκεί όπως και οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη, όταν ο θάνατος τρυπώνει στα κρυφά, η απώλεια σέρνει σαν φάντασμα τις αλυσίδες της σε κάθε γωνιά του. Η γάτα δεν πλησιάζει στα μέσα δωμάτια, η γιαγιά έχει σπάσει σε χίλια κομμάτια και στα μάτια της το βλέπεις, για κάποιες στάμνες το νερό στερεύει για πάντα.

16.00 Δεν περνάει μια ώρα και ο υπολογιστής στον οποίο έχω συνδεθεί, βγάζει ήχους. Πλησιάζω για να διαβάσω παραλήρημα συνωμοτικών μηνυμάτων από το κουνούπι Έμπολα.

"Πάρε ένα τηλ στα Βριλήσσια" καταλήγω χωρίς να καταλαβαίνω πολλά πολλά.

"Δεν γίνεται. Μπορεί το τηλέφωνο να παρακολουθείται"

"Εεεεε??" Την τελευταία φορά που άκουσα αυτή την ατάκα, βγήκε από το στόμα του panamos,ύστερα από σωρεία κλικ που διέκοπταν τη συνδιάλεξη. Υποπτεύονταν, όπως και άλλοι φωτοειδησεογράφοι που κάλυψαν "επαναστατικά" τα "Δεκεμβριανά" ότι τα τηλεφωνήματα τους πλέον καταγράφονταν. Πράγμα διόλου παράξενο. Το Κουνούπι Έμπολα, όμως,ποιός να το παρακολουθούσε; Ίσως κάποιος φανατικός θαυμαστής της εκκολαπτόμενης ηθοποιού;

Συνοπτικά μου εξηγεί στη συνέχεια πως δύο ώρες πριν, καθώς έβγαινε από ένα ψιλικατζίδικο του κέντρου κρατώντας σερβιέτες στο χέρι, στο απέναντι πεζοδρόμιο ένας 28χρονος δολοφονούνταν με σφαίρες στο κεφάλι και στο σβέρκο.

Σιωπή. Πάγος. Παγετώνας. Σοκ. Λίμνη με αίμα. Αιφνίδια. Ο δολοφόνος Φορούσε Κράνος.

21.00 Ώρες αργότερα, βρίσκομαι σπίτι της, να ξορκίσουμε το τραύμα, πίνοντας μπύρες. Ακούμε το διαμέρισμα στον 3ο της απέναντι πολυκατοικίας και θυμάμαι τον Μike.( Ο ήχος μεταδίδεται γρήγορα ανάμεσα στα μπαλκόνια δύο πολυκατοικιών όταν αυτές απέχουν πέντε μέτρα μεταξύ τους).
-Τον βλέπεις καθόλου;
-Ναι ρε, μιλάμε στην είσοδο, όταν βρισκόμαστε.
- Ο άλλος;
-Έχει φύγει και ο Mike μένει τώρα με μια γκόμενα.
Ξαφνικά σκάει στα γέλια.
- Θυμάσαι το χωλ τους; μου λέει με νόημα.
Θυμάμαι. Τα άτομα είχαν βάλει μονίμως αναμμένη κόκκινη λάμπα στο χωλ να το στολίζει παρέα με ένα ποδήλατο.
- Ωραίο φως, είχα μονολογήσει.
- Είναι για τους ντελιβεράδες, απάντησε ο Μικε. Με είδε που ήμουν ένα ερωτηματικό και συνέχισε:
- Για να μην βλέπουν ότι είμαστε μονίμως κόκκαλο.
- Τι δουλειά κάνετε είπαμε;
- Αρχιτεκτονικό γραφείο έχουμε.

Μάλιστα, ωραίοι τύποι, σκέφτηκα και άκουσα δυνατά το ηχηρό ράπισμα της νύστας.

01.00 Το ίδιο ράπισμα τώρα με έστελνε πίσω στην άλλη άκρη της πόλης, εκεί όπου λίγες ώρες νωρίτερα αποχωρίζονταν η γιαγιά τον άντρα της ζωής της , ύστερα από 60 χρόνια γάμου.

- Σε ευχαριστώ για όλα του ψιθύριζε, πριν τον πάρουν, ήσουν καλός,ήσουν πολύ καλός..
Lilia Lekker

..Kαι ο καιρός περνάει
και η χρονιά αλλάζει
και τα τσακάλια στην αυλή μου γαβγίζουν,
αλλά δεν θα ρημάξουν,
ίσως σιάξουν ,
ίσως ξεχαστούν ,
ίσως άλλο ψοφίμι βρουν να συνταιριάξουν με εκείνο το κενό τους,
μα η πόλη τα ακούει και αναστενάζει με βουλωμένες αρτηρίες,
την ακούς;
«μεσάνυχτα όλη μέρα»
και στο κέντρο της στέκομαι αδειασμένη με αιωνίως άσβηστο πόθο στο χέρι,
αναπνέω αέρα βρώμικο
και η βρώμα η μέσα μου χαρτοπαίζει και όλο χάνει.
Θα το σβήσω,
το σβήνω με την γωνία της μπότας μου,
και η άσφαλτος μαύρη
και το παπούτσι φρεσκοφορεμένο μαύρο.
«Και αν η ψυχή μου είναι μαύρη τι το λες σε μένα;» είχε πει εκείνη αυτάρεσκα,
δήθεν αδιάφορα,
χαλαραδιάφορα.

Τι. Το . Λες.

Μη λες λέξη,
κατάπιε τα τέρατα όλα δίχως ανάσα,
μη χωνέψεις,
μη ρευτείς,
λέξη μη φτύσεις.
Δομημένος,
συγκρατημένος,
πλαστικός,
μετρημένος,
καθισμένος,
κόβει τις φρυγανιές σε μικρότερα κομμάτια με το ένα χέρι,
όσο σκουπίζει τα ψίχουλα με το άλλο,

Στοπ.

Πιάνει το κουτάλι και ανακατεύει τη φέτα με τις φακές,
στοπ.

Η γάτα έξω απ' το παραθύρι γαβγίζει και αυτή
- σε ένα μερτικό ελπίζει,
όπως και εγώ.

Σταματά να γαβγίζει,
γιατί σταματά να ελπίζει,
γιατί σάμπως βγήκε ποτέ ήλιος μέσα στα μεσάνυχτα να μας φωτίσει;

Ξημέρωμα Τρίτης μα η βδομάδα έχει ήδη φτάσει στο τέλος.

Στοπ.

Μνήμη τυφλή. Στοπ. Δεν το χωράει ο νους.
Lilia Lekker
the Naming of Cats is a difficult matter,It isn't just one of your holiday games;
You may think at first I'm as mad as a hatter
When I tell you, a cat must have THREE DIFFERENT NAMES.
First of all, there's the name that the family use daily,
Such as Peter, Augustus, Alonzo or James,
Such as Victor or Jonathan, George or Bill Bailey--
All of them sensible everyday names.
There are fancier names if you think they sound sweeter,
Some for the gentlemen, some for the dames:
Such as Plato, Admetus, Electra, Demeter--
But all of them sensible everyday names.
But I tell you, a cat needs a name that's particular,
A name that's peculiar, and more dignified,
Else how can he keep up his tail perpendicular,
Or spread out his whiskers, or cherish his pride?


Of names of this kind, I can give you a quorum,
Such as Munkustrap, Quaxo, or Coricopat,
Such as Bombalurina, or else Jellylorum-
Names that never belong to more than one cat.
But above and beyond there's still one name left over,
And that is the name that you never will guess;
The name that no human research can discover--
But THE CAT HIMSELF KNOWS, and will never confess.
When you notice a cat in profound meditation,
The reason, I tell you, is always the same:
His mind is engaged in a rapt contemplation
Of the thought, of the thought, of the thought of his name:
His ineffable effable
Effanineffable
Deep and inscrutable singular Name.



The naming of Cats by T.S. Eliot

ps- συνάντησα πριν λίγο καιρό τις τρεις αυτές κυρίες να αλητεύουν και τώρα θέλω στη μνήμη μου τουλάχιστον να τις βαφτίσω. Όλες οι προτάσεις ευπρόσδεκτες :)
Lilia Lekker

Σε σχέση με τα αγοράκια, μικρή είχα γενικώς τη τάση -πράγμα που στην πορεία εξελίχτηκε σε ασυναγώνιστη πείρα- να ερωτεύομαι οτιδήποτε κυκλοφορούσε σε μερικώς απροσάρμοστο ή παχύσαρκο. Παράλληλα οι περισσότεροι μου έρωτες παρέμεναν αμείλικτα ανεκπλήρωτοι με κάποιου είδους γελοία ανατροπή, πάντα στη τελευταία σκηνή.

Όχι ότι θα' πρεπε να έχω παράπονα, αν το καλοσκεφτώ, στο δημοτικό, τα "έφτιαξα" με ένα αγοράκι στην κατασκήνωση, ονόματι αν θυμάμαι καλά, Αχιλλέα. Aυτό διότι την ημέρα που η φίλη μου η Βάσια και ο φίλος του ο Γιωργάκης (σύντροφοι κατασκηνωτές) "τα έφτιαξαν", εμείς φορούσαμε φλούο κίτρινα μπλουζάκια. Ε αυτό έφτανε στα νεαρά μυαλά μας, για να συνδεθούμε αυτομάτως με τον ρομαντικό τίτλο του ζεύγους ( go figure).. Και να χωρίσουμε κοινή συναινέσει την επομένη, ύστερα από ένα σιωπηλό δίωρο μπροστά στη λίμνη με τις πάπιες, όταν καταλάβαμε ότι δεν ήμασταν τελικά φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο!

Ο πρώτος μου γκραντε έρωτας, πάντως, τον οποίο δεν θυμάμαι να έχω εξομολογηθεί σε κανέναν, ήταν κάποια χρόνια μεγαλύτερος και βρίσκονταν στο ίδιο σχολικό μαζί μου. Τότε φοιτούσα σε ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο της Παλλήνης. Τα πρωινά δεν θυμάμαι να παρατήρησα ποτέ την ύπαρξη του Έρωτα, Πάνο τον έλεγαν, αλλά τα μεσημέρια, αχ τα μεσημέρια ήταν μια ατελείωτη κόλαση χωρίς ελπίδα ψύχους.


Τι υπέροχο μαλλί κοκοράκι ήταν αυτό που ανέμιζε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο του σχολικού. Τι αξιολάτρευτο κενό στα μπροστινά του δόντια ήταν αυτό που αποθέωνα όταν τον κρυφοκοίταζα να χαμογελάει. Τι εξαιρετικής λάμψης σοκολατένιο δέρμα, τι, τι, τι..

Για να μην πολυλογώ ο τύπος ήταν η επιτομή της γοητείας στα 6χρονα, τα 7χρονα και τα 8χρονα μου μάτια και ήταν και τρεις τάξεις μεγαλύτερος, οπότε διέθετε, όπως το έβλεπα τότε, τον αέρα του ανέφικτου. Το κελεπούρι δεν θυμάμαι να μου είχε ρίξει ούτε μια ματιά, παρότι μέχρι την πέμπτη δημοτικού ήμουν στυλάκι :p ( μετά ζούσαν οι γονείς στο εξωτερικό μαζί ή εναλλάξ και η γιαγιά με τάιζε για τα Χριστούγεννα, όπως κάποιοι κάποιοι έκαναν με το γουρουνάκι της Ξένης).

Εν πάση περιπτώσει, τα χρόνια πέρασαν, ο Έρωτας πήγε στο γυμνάσιο και άλλαξε σχολείο και σχολικό αλλά μια μέρα, επέστρεψε στο παλιό σχολικό μαζί με τον μικρότερο αδερφό του, που παρέμενε στο σχολείο μας και εγώ πλέον πήγαινα έκτη δημοτικού! Περήφανη που είχα αναπτύξει στοιχειώδες λέγειν και δεν θα γινόμουν πατζάρι στην πρώτη ατάκα, ακόμα πιο ενθουσιασμένη που είχα ψηλώσει, είχαν μακρύνει και τα μαλλιά μου και εν τοιαύτη περιπτώσει είχα αποκτήσει την σιγουριά της.. ωριμότητας, περίμενα να αδειάσει λίγο το σχολικό για να κάνω την πρώτη κίνηση με σκοπό το πολυπόθητο ματ. Ψύχραιμη και προπαντός χαμογελαστή, τον ρώτησα τι τάξη πήγαινε πλέον και πώς και ξαναήρθε απ' τα μέρη μας. Μετά από λίγο ανήλικο small talk, γίνομαι τολμηρή και αποφασίζω να συστηθώ λέγοντας:

" Εγώ είμαι η Λιλ.."

Πριν προλάβω να ολοκληρώσω , ο Έρωτας με διακόπτει με σκέρτσο.

"Ναι σε θυμάμαι" λέει με υπονοούμενο.

( Ακολουθεί παύση που διαρκεί μια αιωνιότητα, κατά την οποία η καρδιά μου σταματάει, τα πουλιά και οι άνθρωποι σταματούν να γεννιούνται και να πεθαίνουν and all that jazz)

"Η Εμετούλα δεν είσαι?" συμπληρώνει.

Ε; Η ποιά; Από που έσκασε αυτό το μενίρ πάνω στο κεφάλι μου;

Λοιπόν, ήταν νομίζω η πρώτη φορά που έκανα την σκέψη ότι αν μπορούσα να τηλεμεταφερθώ εκείνη τη στιγμή, θα το' κανα. Με διαμέλισε! Άξαφνα συνειδητοποίησα γιατί τέτοιος μεγάλος έρωτας και στην πρωινή σχολική βάρδια δεν είχε καταγράφει ούτε μια ανάμνηση του.

Tις πρώτες χρονιές του δημοτικού, κάθε, μα κάθε πρωί, με το που έμπαινα στο σχολικό , ζαλιζόμουν η κακομοίρα, οπότε η δύσμοιρη συνοδός με κρατούσε στα πόδια της στη θέση του συνοδηγού και κατηύθυνε τη .. ροή του προγράμματος προς το παράθυρο...

"Εγώ... είμαι..." μουρμούρισα , αλλά άλλαξα πρώτα πέντε με έξι χρώματα , σαν τα καρτούν.

"Καλά σε θυμήθηκα!" απάντησε ο άλλος ο βλαμμένος περιχαρής.

..the end
Lilia Lekker

Σε αυτή την πολυκατοικία οι τοίχοι μοιάζουν με κακόγουστο αστείο εργολάβου του '60. Μηρυκάζουν, ένα αόρατο παραπέτασμα, ευκόλως διαπεραστό από τις αγριοφωνάρες και τις κακομαγειρεμένες συνταγές των ξεψυχισμένων ενοίκων. Ή μήπως θα’ πρεπε να πω «των γειτόνων» μου;

Φωνές δικές της, μισότρελη η γειτόνισσα ωρυεται ξορκίζοντας τα πεθαμένα και ζωντανά απόβλητα, που είναί όλοδικά της αλλά μοιάζουν να μου μιλάνε, να γίνονται προβλήματα δικά μου. Ταλαιπωρούν τα αφτιά μου, κουράζουν το κορμί μου τις πρώτες πρωινές ώρες, τότε που την βρίσκουν ξύπνια να φοράει τα άσπρα της τσόκαρα και να τρυπώνει στην κουζίνα.

Εκείνη αντιθέτως είναι ακούραστη. Θα τη χτυπήσει στο πρόσωπο και στην πλάτη με χέρια βαριά και μπουνιές ασκημένες στο ξυλοκόπημα ο Φάνης αλλά στενάζει πάντοτε ανακουφισμένη. Δεν τον έχω δει ποτέ. Για μήνες αναρωτιόμουν αν ένα απαύγασμα της άρρωστης φαντασίας της ήταν αυτός ο άνθρωπος, που πάντα για εκείνον μου μιλά όταν τη συναπαντώ στην είσοδο της πολυκατοικίας ή στην μικρή πλατεία του λόφου Σκουζέ, στον πάγκο, δίπλα στα Aλβανάκια, όταν καβάλα στα σκουριασμένα ποδήλατα τους κατακτούν κάθε Κυριακή πρωί την αλάνα.

Ώσπου ένα βράδυ η φωνή του από το διπλανό διαμέρισμα, μου παρουσιάστηκε σαν άλλος Κύριος, από αόρατα ηχεία σε κάθε γωνιά του δωματίου , με αυτά να εκπέμπουν τις διαταγές του από άνωθεν, ή από δίπλα, και εγώ μόνο αν ανασηκωνόμουν από το μονήρη και ακύμαντο βίο μου θα κατάφερνα να ακολουθήσω το πρόσταγμα του.

« Σκάσε. Σκάσε μωρή καριόλα σου λέω».

Όχι, ο Φάνης ήταν αληθινός , ένας πραγματικός κύριος, αλλά όχι ο Κύριος που φαντάστηκα. Δεν απευθυνόταν σε μένα αλλά σε αυτή τη γυναίκα με τα ξεβαμμένα πορτοκαλί μαλλιά και τα αναποφάσιστα μάτια. Να ήταν πάντα έτσι; Την αδερφή της μια φορά τη συνάντησα καλοκαιράκι στις αυλές μας, που συγκοινωνούν, να ατενίζει την λεμονιά της αποτρελαμένης αδερφής της. Χάιδεψα λίγο το δέντρο με τα μάτια μου , τα κάγκελα ανάμεσα μας έφραζαν μια οπτική πιο άμεση.

« Ευτυχώς που βάλατε και τα κάγκελα, είναι δύσκολη η γειτονιά εδώ» Η Κατερίνα τα είχε μισήσει, πως θα εισέβαλε ξέφραγη στον δικό μου κόσμο, όταν ο δικός της θα έτρεχε ξωπίσω της, με όλα αυτά τα κάγκελα ανάμεσα μας; Ήξερε άραγε ότι η αδερφή της μαζεύει λεμόνια στις αφραγκιές της και τα πουλάει σε λαϊκές αγορές δύο δρόμους πιο πάνω; Τα αραδιάζει δίπλα στους γύφτους με τα τρίκυκλα τους και τις άτεγκτες χειρονομίες τους. Χωρίς πάγκο, χωρίς τίποτα. Τα φέρνει παράνομα μέσα σε μια αγκαλιά, τυλιγμένα με μπλε ξεφτισμένη κουβέρτα πλοίου και κάθεται σε μια διασταύρωση δρόμου, κάνοντας αυτό που ξέρει καλά να κάνει, να φωνάζει. Την είχα δει ένα πρωινό που ο ήλιος είχε δόντια και η γειτονιά φάνηκε να προσφέρεται για ένα περπάτημα από άκρη σε άκρη.

Αποκλείω να ξέρει για τα λεμόνια, στις δύο φορές το εξάμηνο που επισκέπτεται την Κατερίνα, στη φαγωμένη ώρα που καταδέχεται να καθίσει στο σπιτικό της, το μόνο που προλαβαίνει, είναι να μιλήσει με κανέναν ένοικο όπως εμένα καλή ώρα και να συνωμοτήσει χαμηλόφωνα εναντίον της ίδιας της αδερφής. Να προλάβει να πει:

« Έχει πρόβλημα η καημένη, να, τα έχει λίγο χαμένα» και με το δεξί της δείκτη κοντά στον κρόταφο να μου τονίσει πόσο ντροπιασμένη νιώθει. Τώρα είναι βράδυ και εκείνη πάλι φωνάζει, ολοένα και περισσότερο μέχρι να κορυφώσει μέσα της η δικιά της δικαιοσύνη, να ανακοινώσεί κάποιος μηχανισμός ελέγχου δικός της ότι από δω και πέρα θα είναι όλα καλά, «μη ταλανίζεις άλλο το λαιμό σου , ησύχασε».



Μου πήρε μήνες για να παρατηρήσω και να μελετήσω στη συνέχεια με απόλυτη ακρίβεια, το περιεχόμενο των υστεριών της. Το απογοητευτικό ήταν ότι δεν πρόκειται για μια ανεξάντλητο ρεπερτόριο, αλλά για ένα αναμάσημα εννοιών αδιευκρίνιστων, ενός φτωχού λεξιλογίου μιας βασανισμένης ψυχής. Καθαρίζει τις σκάλες της πάντα βρώμικης πολυκατοικίας μας, και είναι μια ειρωνεία, θα συμφωνήσετε και εσείς, μου θυμίζει τη μικρή μου κεραμιδόγατα, έρμαιο της αδίστακτης περιέργειας της, εξερευνά μυρίζοντας το ολοένα και αποκαλυπτικότερο σύμπαν τριγύρω της αλλά πέφτει πάντα στις ίδιες παγίδες, όταν αυτές υπάρχουν, διότι αυτές πάντα ίδιες θα παραμένουν. Ας τρίβει σκάλες, ας καθαρίζει το πεζοδρόμιο- ακόμα να τελειώσει αυτή η ρημαδιασμένη η οικοδομή απέναντι- ποτέ τίποτα δεν ξεβρομίζει, μέσα της ή έξω της. Αυτή η παλιασμένη μυρουδιά πτωμαΐνης σου γίνεται οικεία αφού μετακομίσεις εκεί και αυτό όχι γιατί κερδίζει τον επεκτατικό της πόλεμο εναντίον σου. Ξυπνά μέσα σου σαν τέρας πεινασμένο από την πολύχρονη ακινησία και δαμασμένο αρχικά, σε πλησιάζει με γαλήνιο πρόσωπο, νερένια χαρακτηριστικά, μια αδιάκοπη κίνηση να σε προσηλυτίσει και να το προστατέψεις , φτερούγες να απλώσεις να το μαζέψεις κοντά σου. Να πεις « θα την ξεπαστρέψω αυτή την λιγομίλητη φτήνια, αυτό το τίποτα που όλοι νιώθουν σε αυτό το μέρος αλλά το αφήνουν ανείπωτο, να μιλάνε οι δευτέρας διαλογής πολυκατοικίες τους για αυτό.» Είναι κοντοπίθαρο το τέρας και πράγματι δεν λέει πολλά, η φτώχια ποτέ δεν λέει πολλά για να δικαιολογηθεί γιατί είναι και περήφανη, η δυστυχία όμως, πολυλογού ως είναι, σταματημό δεν έχει και είναι σε μια μόνιμη πάλη μεταξύ τους, με τη δυστυχία πάντοτε να χασκογελά με σάπια τα δόντια της στο θαμπό καθρέφτη της εισόδου μας.

Ο Φάνης πάντως μου θυμίζει ήρωα που έγινε μεσονυχτίς κακός, γιατί κάποιος έφερε τον κακό του δίδυμο αδερφό στη θέση του και εκείνος κάπου σε αποθήκη αδειανή χτυπιέται αλυσοδεμένος. Δεν ξέρω αν τον συμπαθώ ή τον αντιπαθώ, αν τη χτυπάει και είναι καταδικαστέα αυτή του η πράξη ή αν χωρίς τούτο τον άντρα, να είχε αυτή πεθάνει από καιρό. Γι’ αυτό δεν έχω αποφασίσει ποτέ να κοιτάξω απ’ το ματάκι της εξώπορτας, όταν τους ακούω να μπαίνουν στο μικρό της δωμάτιο, ηχηροί και αδειανοί όπως πάντα. Το παράδοξο είναι ότι σεξ δεν τους έχω ακούσει ποτέ να κάνουν, παρότι είναι πολλές οι φορές που ήχοι από το μπάνιο μου με αναστατώνουν και σηκώνομαι από εκεί που είμαι. Φτάνω δίπλα στο νεροχύτη με τα πορτοκαλένια κρεμοσάπουνα, απότοκο της δικής μου ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας και σαν να ‘ ναι μέσα στο ίδιο μπάνιο κάποιος, σηκώνει αντικείμενα και τα ξανα αφήνει. Έχω συχνά αναρωτηθεί σε τι μπορεί να μεταφράζονται οπτικά όλοι αυτοί οι ήχοι που αδιάκριτα εισβάλλουν μέσα στο δικό μου διαμέρισμα, τι αντικείμενα να είναι αυτά που κάθονται από την άλλη πλευρά του τοίχου;

Ένας – ο βασικότερος μάλλον- λόγος που είμαι σε θέση να αντιλαμβάνομαι κάθε αεράκι που ανακινεί τη μυρουδιά αυτής της πολυκατοικίας, είναι ότι βρίσκομαι ολημερίς και ολονυχτίς καθισμένη δίπλα στην εξώπορτα της γκαρσονιέρας μου. Αυτό δεν είναι κάτι συμπτωματικό, είναι όμως και πάλι ειρωνικό. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά , το απαρχαιωμένο ματάκι της εξώπορτας με προδίδει κάθε φορά , το ηλεκτρικό καίει στο σκοτεινό μου ισόγειο ολημερίς, και τότε πλησιάζω δειλά να ψάξω για σκιές που περνάνε και ανεβαίνουν την σκάλα ή την ίδια με τον Φάνη, για να ξεσκεπάσω τα ατελείωτα λεπτά που περνάνε, μέχρι ο καυγάς να σταματήσει, και το κλειδί να ανοίξει την πόρτα. Είναι το πιο ενοχλητικό απ’ όλα, πειράζουν τις ευαίσθητες χορδές της ασύλληπτης περιέργειας μου, καθώς όλα συμβαίνουν ακριβώς έξω από την πόρτα μου, αλλά τρόπος να τα παρατηρήσω δίχως να τα υποθέτω ή να εκτεθώ, δεν έχει βρεθεί ακόμα. Όμως τίποτα δεν έχει σημασία γιατί σήμερα θέλω να τη σκοτώσω. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Θέλω μόνο να σωπάσει , να χάσει τη φωνή της , να μη χρειάζεται άλλο να ανεβάζω το volume των δικών μου ηχείων για να υπερκαλύπτουν τις δικές της φοβισμένες ανεπάρκειες. Νιώθω σαν σημαντική αυτή την απόφαση και γι’ αυτό αποφάσισα να καθίσω άτσαλα όπως πάντοτε, μπροστά σε αυτή την ψυχρή οθόνη, σαν τότε και να γράψω όλα αυτά που αν δεν γραφούν , θα πραχθούν.

«Ποιός λερώνει τη σκάλα ρε παιδιά. Φωνάζουν αυτοί σας λέω, φωνάζουν»

Η Κατερίνα..

(to be continued)