Lilia Lekker




Eίναι κάτι ώρες που η ζωή μου μοιάζει με γιγάντια κολοκύθα. Φοράει τη ψεύτικη οδοντοστοιχία της ευφρόσυνα, έχω φροντίσει να κοπεί ακριβώς στα μέτρα μου. Γλυκιά + Απειλητική. Συνάμα. Τα πρωινά δεν μιλάει, δεν έχει ξυπνήσει ακόμα. Την προηγούμενη πλαγιάζει τόσο αργά, που είναι σχεδόν νωρίς. Μόλις βραδιάσει, όμως, δεν βάζει τελεία, μου λέει ιστορίες διόλου ευχάριστες και αφηρημένη σχεδιάζει φράκταλς - καθώς αναμοχλεύει τις αναμνήσεις, που άνθρωποι της ζωγράφισαν στα μαλακά σπλάχνα της.

Ένα κορίτσι, μια γιορτή κάτω από τα αστέρια και το αγόρι που την πλήγωσε. Ας πούμε ότι το κορίτσι λέγεται Σύλβια και ας υποθέσουμε ότι το αγόρι δεν την αγάπησε ποτέ.

Όταν μου διηγείται ιστορίες έτσι, σκέφτομαι μόνο να την σφάζω στην κουζίνα, να την κάνω τάρτες και να την σερβίρω στους καλεσμένους μου με κάρυ. Μάλλον το υποψιάζεται και σιωπά, αφού μουρμουρίσει ότι δεν έχει σημασία αν ξεχνάς, κάποτε θα ξαναθυμηθείς.

Η Σύλβια ξανατρυπώνει με το γυαλιστερό φλοιό της στην ντουλάπα των αναμνήσεων και η κολοκύθα μου χαζεύει μια νέα γυναίκα, να γλιστράει τραγουδώντας μέσα στο καλσόν της. Στον δρόμο, τα φανάρια μόλις άναψαν και ένας χοντρός γάτος τραγουδάει στον έρωτα. Η κολοκύθα μου ζητά να σκαρφαλώσω σε μια καταπράσινη μάντρα και να τεντωθώ, να χαϊδέψω το φεγγάρι. Η Σύλβια θα το έκανε στα σίγουρα , ψιθυρίζει. Και μετά, με το λεπτό μαχαίρι της θα χάραζε στην πλάτη του το όνομα της, με όλα τα άστρα να κοιτάνε ( θυμάμαι..)