Lilia Lekker
Γέννησε μια μπλε γάτα και αυτή ύστερα από τρεις βδομάδες έγινε αστέρι. Περίμενε λίγο, μήπως άλλαζε το μωρό της μορφή σε κάτι πιο κοντινό στα γούστα της, αλλά τζίφος. Ένας μήνας πέρασε και το πρόβλημα παρέμενε το ίδιο.


Δεν το ήθελε.



Λαχταρούσε ένα μωρό και όχι ένα αστέρι. Να το μάθει να είναι ελεύθερο. Να ξεχωρίζει το καλό. Να αγαπάει.

Μα και το αστέρι δεν ήθελε να το φωνάζουν Στέλλα και να το ντύνουν στα ροζ. Ονειρευόταν να σταθεί στο νυχτερινό στερέωμα, σαν κόκκος ασημόσκονης στα μάτια δύο παιδιών. Εκείνα, ένα πορτοκαλί μεσημέρι θα ζωγράφιζαν τις ακτίνες του με τα στρουμπουλά τους δάχτυλα πάνω στην άσφαλτο με κιμωλία. Και ύστερα θα φιλιόντουσαν, θα είχαν γεύση κεράσι. Περίμενε αυτά και περίμενε να γίνει μάρτυρας της κρυφής ζωής των άστρων.



Εκείνη το κοίταγε λαμπερό και φασκιωμένο όπως ήτανε πάνω στο χαλάκι της γάτας στο σαλόνι και νευρίαζε, μα δεν μπορούσε να το σκοτώσει- της φώτιζε όλο το δωμάτιο.



Σηκώθηκε μια βραδιά, το πλησίασε και του πέταξε για παρέα μια πανέμορφη κούκλα, άδεια στη θέση των ματιών, δώρο από το δικό της ρημαγμένο ουρανό. Γύρισε στο ανοιχτό παραθύρι και κοντοστάθηκε. Μια έναστρη νύχτα γέμιζε την υγρή φθινοπωρινή ατμόσφαιρα με άπειρες υπέροχες απιθανότητες.



"Θυμήσου όσα πίστευες μικρή" ψέλλισε το αστέρι, όμως δεν ήταν κανείς εκεί κοντά να το ακούσει."Υπάρχουν και πολύτιμες αναπηρίες" δήλωσε μες το δακρυσμένο του χαμόγελο και έσβησε.



Μια ουρά χάθηκε στον πένθιμο ουρανό.




Ένα χαμόγελο φανέρωσε δύο σειρές από σάπια δόντια.




Το φεγγάρι ξεφύσηξε και έστρεψε τα μάτια του αλλού, συνηθισμένο πια στις συντέλειες του κόσμου ετούτου**.


*We keep our love in a plain brown box/ We keep it tied with a simple lock/ We hold it close 'cause it's all we got/ We think it's ordinary but it's not- Edwin McCain
** τη συγνώμη μου στον Martin Page για την παράφραση του ιδιοφυούς του τίτλου.
Lilia Lekker
ο τρομπετίστας μου έγνεψε να κάτσω.


είμαι δεμένη στο κρεββάτι μια ή άλλη
το χαράζω στο πινακάκι να το δει

χαμογελάει σαν να ξέρει τη ζωή μου
και αυτός με δύο δάχτυλα κομμένα είναι εκεί

δεν θα μιλούσα και να μπορούσα, αυτό το χέρι θέλω να ακούω να παίζει, προτού βραδιάσει

είναι η έμπνευση μου
και ας είναι ακρωτηριασμένη

είμαι η χαρά του,
μα τελείως ακινητοποιημένη

με επισκέπτεται μονάχα όταν ξυπνάω,
μόλις νυχτώσει αγνοώ που να τον βρω.

ίσως στο κοντινότερο ψυγείο,
παρέα με παγάκια και τα σημάδια των καιρών.
Lilia Lekker

To μνημόσυνο ήταν υπέροχο. Μας σφήνωσαν στη δεξιά πτέρυγα της εκκλησίας , μαζί με την κυριακάτικη λειτουργία και τους κατοίκους του χωριού απέναντι, λες και μας χώριζαν σε ομάδες στην κατασκήνωση. Οι από εδώ ... τους από εκεί! Αγνοώ αν αυτό είναι κάτι που συμβαίνει γενικά οπότε θα μου επιτρέψετε να κοροϊδέψω το γεγονός ότι μέχρι να φτάσουμε στην πολυπόθητη μνημόνευση του παππού μου , ακούσαμε μια ολόκληρη λειτουργία , σχετικά σουρεαλιστική μάλιστα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο παππάς συσχέτιζε άμεσα ( μα είναι εξόφθαλμο άλλωστε!) τον μοναχικό βίο με τον έγγαμο. Ευτυχώς ο Χριστός των απανταχού χασισοποτών μου χαμογελούσε σε τοιχογραφία ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου με μάτια σαν του Μίκυ. Ήξερε αυτός..


Η μάνα μου με σκουντούσε περιοδικά διότι "κάτω κοιτάμε παιδί μου, κάτω" ή κατσάδιαζε τους πισινούς που μου αποσπούσαν την προσοχή με εύστοχες παρατηρήσεις επί της λειτουργίας λέγοντας "μη της μιλάτε ρε παιδιά, θα γελάει πάλι". Ομολογουμένως, αυτό ήταν άδικο. Σε κηδείες έχω γελάσει ουκ ολίγες ( γάμος άκλαφτος και κηδεία αγέλαστη δεν γίνεται!), σε μνημόσυνο ποτέ. Ίσως γιατί δεν είχα ξαναπάει. Τι να κάνω τελοσπάντων και γω, κοιτάω μπροστά. Και τι βλέπω; Ένα γλυκό σαν τούρτα από λευκό ζαχαρωτό και από κάτω με χρυσά γράμματα αλά χρυσόσκονη σωληνάρίου το όνομα του παππού μου " Κωνσταντίνος". Μερικά θρησκευτικά τελετουργικά ειλικρινά απορώ πώς διαιωνίστηκαν ως σήμερα, πρέπει δηλαδή να υπάρχει σοβαρή έλλειψη χιούμορ για να βλέπεις τώρα αυτό το χαριτωμένο glam διακοσμητικό στα μνημόσυνα των αγαπημένων σου που έφυγαν και να μην το διασκεδάζεις αρκετά ώστε να καταργείται το άτιμο. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία, δεδομένου ότι στον καφέ (της παρηγοριάς υποθέτω) "στον καφενέ του Τσίτσα" ( έτσι το ανήγγειλε το event μετά το πέρας του μνημόσυνου ο παπάς στους παρευρισκομένους) ένας θείος μου πιάστηκε με τον παπά. Μη φανταστείς τίποτα θεαματικό, ούτε σκόνη δεν σήκωσαν, απλά ένας ελαφρώς ξεκουτιασμένος πλην νεότατος θείος μου ( κωμικό χαρακτηριστικό του το ότι μιλάει στην μάνα του στον πληθυντικό) εξέφρασε τη διαφωνία του για την Δευτέρα Παρουσία.


Οφείλω να αναπαραγω τη συζήτηση αυτούσια γιατί πιστέψτε με αξίζει για παραπάνω από έναν λόγους , αλλά αδυνατώ γιατί ήμουν άυπνη. Ο μεν υπερασπιζόταν τη μερική υιοθέτηση των χριστιανικών αξιών, ως οδηγό για ενάρετο βίο και άξονα ηθικής και ο δε του απαντούσε με το εξής αποστομωτικό: " E τότε δεν είστε χριστιανός. Ή τα δέχεστε όλα ή τίποτα".


Take it or leave it, για ποιους μας περάσατε;


Τα "ημίμετρα" είναι ιδεολογικά αντίθετα προς την έννοια της ιδεατής πίστης η οποία οφείλει καταπώς φαίνεται να είναι τυφλή , σαν να ' ναι ερωτευμένη δηλαδή, οπότε πάει χαθήκαμε. Γιατί υπάρχει το γνωμικό "μετά τα βέλη, έρχονται τα γιαούρτια ", αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν έρχονται ποτέ. Προσωπικά χωρίς να πιστεύω σε κάποια θρησκεία ( δεν έχω το θεό μου, που λένε) χαίρομαι με τους ανθρώπους του περιβάλλοντος μου που δίχως προσηλυτιστικές ή αυτιστικά εμμονικές τάσεις έχουν το "καλό" απόλυτα ενταγμένο στο προσωπικό τους σύστημα αξιών. Με ή χωρίς τον σταυρό στο χέρι.



Στο θέμα μας πάντως, στο μνημόσυνο ήμασταν καλή ομάδα αλλά απροετοίμαστη. Ούτε μια πρόβα. Ειδικά μετά τη λειτουργία, όταν ξεκίνησε το μνημόσυνο ( το αντιληφθήκαμε έπειδή ακούσαμε το όνομα του παππού όχι για άλλο λόγο) πρέπει να γίναμε ρόμπα σε όλους τους χωρικούς. Σηκωνόταν ο ένας, οπότε σηκωνόμασταν όλοι και περιμέναμε να πέσει ένα σύρμα δια μαγείας τουλάχιστο να ξανακάτσουμε, αλλά τζίφος. Βέβαια, η κηδεία επειδή είχε αθρόα προσέλευση κοινού, ήταν πιο γουστόζικη. Στον απολογισμό, περί τα 5 άτομα σταυροκοπιόντουσαν με σωστό timing, άλλοι δύο το πήγαιναν ψάχνοντας ( η μάνα μου για παράδειγμα που έψαχνε με τα μάτια τον άντρα της που ήξερε τα βήματα χωρίς λάθη) και όλοι οι υπόλοιποι δεν έκαναν καν τον κόπο. Η ατάκα στο προαύλιο της εκκλησίας ήρθε από τον άντρα της μάνας μου και τότε έπεσαν τα γέλια (είπαμε, δεν αποφεύγονται).


- Δεν έχω ξαναδεί τόσους άπιστους μέσα σε μια εκκλησία.
Lilia Lekker














Το ότι είμαι σε φάση οικονομικού κραχ όπως και αρκετοί άλλοι κάτοικοι του πλανήτη, το έχω λίγο πολύ δεχτεί.

Ή μάλλον όχι. Σύμφωνα με σένιο τσιτάτο " Μερικές φορές πρέπει να ανεχτείς κάτι χωρίς να το δέχεσαι". Οπότε, επαναδιατυπώνω. Ανέχομαι το ότι τα τραπεζικά αποθέματα μηδένισαν όπως και το ότι έχω υποστεί βίαιη ποιοτική καθίζηση στο βιοτικό μου επίπεδο. Αλλα για να μην μιλάω λες και έχει γίνει πυρηνικός όλεθρος, θα ομολογήσω ότι σήμερα η ήμέρα ξεκίνησε φερέλπιδα με ένα αστείο:

-Έχεις ακούσει την καινούρια ατάκα; η μικρή Π-λια ήταν στην κουζίνα όταν ξύπνησα και έψηνε κεφτέδες. Γνέφω ένα τσου οπότε συνεχίζει:

- Έρχεται ένας πεσιματίας και σε ρωτάει: Μήπως έχεις τσιγάρο;
- Ναι.
- Τι του απαντάς;
- Ναι;
- Γιατί καπνίζεις και θα του απαντήσεις ναι;;;
- Όχι , συγνώμη, άρα τι απαντάω;
-Aπαντάς:
Όχι, αλλά αν είχα θα σου έδινα->
Παύση με υποννοούμενο και προαιρετικά ξινό χαμόγελο ->

Γιατί το τσιγάρο σκοτώνει.

Χαχα, το πιάσατε; Σκοτώνει! Δηλαδή, ψόφα , δηλαδή..χμ.. not funny huh? Τώρα που το σκέφτομαι ούτε το κουνούπι Έμπολα γέλασε όταν με κέρασε ριζότο με λαχανικά το μεσημέρι και αυτή και αν φημίζεται για το νοσηρό της χιούμορ. Ένα βράδυ πέρσι το καλοκαίρι εξήλθαμε από το Επι Κολωνώ σε τρομερά κακή ψυχολογική κατάσταση και αντικρίσαμε μια Λένορμαν άδεια σαν σοκολατένιο αυγό, ξέρεις το πασχαλιάτικο. Της είπα σε emo διάθεση
" αυτή η νέκρα με σκοτώνει" και χριστέ μου, γελούσε σατανικά πάνω από δέκα λεπτά.

To αντιπαρέρχομαι. Επόμενη λοιπόν τοπ στιγμή της ημέρας, ήταν το κερασμένο μεσημεριανό -και ας πήρα ένα λεωφορείο, ένα μετρό και έναν ποδαρόδρομο της κολάσεως ( με 37 βαθμούς και ανηφορική κλίση 70%, τώρα θα λέω ότι ξέρω και από ορειβασία) μέχρι να φτάσω σπίτι του κουνουπιού. Τι να τα κάνεις , έχει και η αφραγκιά το τίμημα της.

Μιλώντας όμως για αφραγκιά, ας διανθίσω καλύτερα την έννοια ντύνοντας την με πιο αντιπροσωπευτική εικόνα. Η ώρα είναι ογδόη βραδινή και βρίσκομαι σε ένα Έβερεστ της Ακαδημίας, σε διάλειμμα από μεταγλώττιση της υπέροχης Φλορισιέντα.

Ολίγα λεπτά πριν, έχω μαζέψει με απόλυτη ταπεινότητα ό,τι ψιλό έχω αλιεύσει από τη sport billy τσάντα μου ( κατά τη διάρκεια της οποίας αλίευσης ευρέθη και ένα καρύδι που μου έδωσε ο panamos πέρσι μετά τη βραδιά του Japan Day- υποθέτω ότι αν του το δείξω ποτέ θα νομίζει ότι του κάνω βουντού) και κινούμαι προς τα Έβερεστ με σκοπό την εξόντωση ενός
έντονου αισθήματος πείνας.

Ρωτάω την κοπέλα που μου ετοιμάζει το σάντουιτς: Πόσο μου βγαίνει; Γιατί ήρθα από δίπλα και δεν πήρα τσάντα. Ναι, λες και αν είχα πάρει τσάντα θα της κόλλαγα και πενηντάευρω στο κούτελο
- Πόσα έχετε μαζί σας; απαντάει μια ευδιάθετη υπάλληλος.
-3,90!! απαντάω και εγώ περήφανη.
- Ακριβώς! Ακριβώς 3.90 σας βγαίνει!

Η κοπέλα έπαθε την πλάκα της και άρχισε ένα ντελίριο ενθουσιασμού και μπαράζ ερωτήσεων τύπου " Είσαι γενικά τυχερή στη ζωή σου;" και "Καλά,αυτό δεν είναι σύμπτωση"και "Κοίτα να δεις,τώρα, είναι η τυχερή σου μέρα σήμερα"

Γαμώ τη τύχη μου και σήμερα και γενικά, πήγα να της πω, αλλά τι έφταιγε και εκείνη, που ναξερε ότι σύμφωνα με ακαριαίους υπολογισμούς , είχε απομείνει στο ταμείο της ημέρας κάτι λιγότερο από ευρώ.Δηλαδή δεν έφταναν ούτε για το εισιτήριο του μετρό της επιστροφής!

Σε αυτό το σημείο το κοτόπουλο είναι μόνο γυμνό αλλά όχι πεθαμένο.

ΣΤΟΠ. Αυτή είναι μια πρόταση από βιβλίο του Ρόμπινς, ίσως από το Άρωμα του ονείρου, δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά θυμάμαι την πρόταση καλά γιατί την έχω επαναλάβει από μέσα μου πολλές φορές. Όταν κάτι καλό πάει να γίνει και στραβώνει και τούμπαλιν, όταν στραβώνει δηλαδή κάτι χωρίς να είναι προηγουμένως σε καλή ρότα ( εδώ εντάσσονται τα θέματα υγείας). Τότε πάντοτε νιώθω σαν ένα γυμνό πλην ζωντανό κοτόπουλο στα πρόθυρα μιθριδατισμού πλέον γιατί τίποτα στην απόλυτη και δηλητηριώδη αφραγκιά μου δεν είναι φυσιολογικό, αλλά έχω καταλήξει να το διασκεδάζω και από πάνω.

Τελικά από τη δύσκολη θέση στο μετρό με έβγαλε το μπιζέλι, που πήρε συμπτωματικά τηλέφωνο και μου εμφύσησε το θάρρος, ενόσω μιλούσαμε, να ρωτήσω μια άσχετη επιβάτη που έβγαινε από το μετρό "αν χρειαζόταν άλλο το εισιτήριο της". Στην κυριολεξία της εκβίασα το να μου χαρίσει το εισιτήριο της, πράγμα στο οποίο συντέλεσε και η δικιά μου συνήθεια να δίνω τα δικά μου εισιτήρια φεύγοντας, η βεβαιότητα του καλού κάρμα δηλαδή ή ακόμα πιο απλά η άνεση του να κάνεις το καλό και μετά να το ρίχνεις στο γιαλό. Σε κάθε περίπτωση αυτό θα εννοούσε όποιος είπε ότι οι μάχες κερδίζονται από αυτούς που δεν σκέφτονται την ήττα!

Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Οι υπόλοιποι ας ερμηνεύσουν κατά το δοκούν . Anything goes.

Με αυτά και αυτά επέστρεψα και σήμερα ασφαλής στην προσωρινή μου οικία με τον διακαή πόθο να καταφτάσει επίτελους η καταραμένη επιστροφή φόρου που θα με βγάλει από τη μιζέρια μου ( γιατί αν αργήσει θα πληρώσω ελεύθερο σκοπευτή) και τον ακόμα πιο διακαή πόθο να έχει αύριο ο πρώην εργοδότης μου συγκεκριμένη ημερομηνία για τις αμοιβές των δεδουλευμένων, προτού αφήσω δέκα χιλιάδες χρόνια πολιτισμού και ανθρωπότητας να πάνε στον διάολο και βγω στους δρόμους με το ούζι.

Ηθικά και μη διδάγματα της σημερινής ανάρτησης:
Κόψτε το τσιγάρο. Διαβάστε Τομ Ρόμπινς. Και μη ξεχνάτε να χαρίζετε
τα εισιτήρια του μετρό. Μπορεί να κάνετε κάποιον άνθρωπο πολύ ευτυχισμένο.
Lilia Lekker
Στη Βουδαπέστη όπου ήμουν την περασμένη βδομάδα, σιχάθηκα να διαβάζω τα εμετικά δημοσιεύματα τύπου λιβελογράφημα, που παρομοίαζαν την Σαλίνα με διάολο ή άγγελο.

Ακόμα περισσότερο σιχάθηκα τους μικροαστούς Ελληνάρες με τα ταξικά απωθημένα, που χαιρέκακα έτριβαν τα χέρια τους με τις συλλήψεις των "κακομαθημένων πλουσιόπαιδων" στα μπλογκς και στα φόρουμ.

Κάτι που θεωρούσαν βεβαίως καθ' όλα λογικό, αναλογιζόμενοι το εξής παράδοξο- "τα παιδιά δεν διερωτήθηκαν ποτέ για την προέλευση της οικογενειακής περιουσίας".

Και από τη μια σκεφτόμουν αυτή την βόμβα που έσκασε στα πόδια όλων και από την άλλη, την ίδια την Σαλίνα. Όχι γιατί ερωτεύτηκα τα μακριά της πόδια από το κιτρινιστικό εξώφυλλο της Espresso, συγνώμη Έθνος ήθελα να πω, αλλά γιατί όταν φέρνω αυτή την κοπέλα στο νου μου ( ήμασταν συμμαθήτριες στο σχολείο), ο τελευταίος συνειρμός που θα κάνω είναι "φραγκάτη".

Πρώτα θα σκεφτώ "μπανάνα", για να καταλάβετε, και μετά "Εκάλη".

Πράγμα για το οποίο θα διαβεβαίωνε οποιοσδήποτε την γνώριζε, οποιονδήποτε τον ρώταγε, οποιαδήποτε στιγμή, οπουδήποτε.

Την πρώτη ημέρα που μου το σφύριξε η Θην φρικαρισμένη, το ίδιο βράδυ δεν με έπαιρνε ύπνος. Την επόμενη που κοιμήθηκα, είδα εφιάλτες, το ίδιο και την παραεπόμενη. Με όποιον το συζήτησα που τη γνωρίζει, σκεφτήκαμε ψύχραιμα ότι προφανώς θα αποφυλακιστεί μόλις δρομολογηθεί η απολογία του πατέρα της , γιατί βούιξε ο πλανήτης να λέει πως ήταν μια κίνηση εντυπωσιασμού η σύλληψη της.

Πείτε με αφελή, αλλά μου φαίνεται πως σαν της έπεσαν πολλά. Απ' τη μια στιγμή στην άλλη συνειδητοποιείς, κάτω από τις χειρότερες συνθήκες, ότι ο πατέρας σου συναγωνίζεται σε απατεωνιά μεγαλομαφιόζους ολκής και πως βρώμικα χρήματα από τα μαύρα ταμεία μιας εταιρείας, η οποία μέχρι πρότινος ήταν για σένα συνώνυμη κακών κινητών, κάθονται σε λογαριασμό στο όνομα σου.

Πέρα από αυτά, σαν να μην ήταν αρκετά, σε συλλαμβάνουν , όπως και τη μητέρα σου ( επιφυλάσσομαι βέβαια για την αθωότητα της ) , όπως και τις αδερφές σου , διότι ο φυγόδικος πατέρας σου, προτιμά να συνεργαστεί για χ ψ λόγους με τις γερμανικές αρχές περιμένοντας δικαιότερη μεταχείριση ή μειωμένη ποινή ή και συνεργασία για να τους κάψει όλους, πράσινους και μπλε όταν μιλήσει. Ωραίο στόρι ε; Και εσύ κάθεσαι,έχοντας διακόψει τις σπουδές σου , ένα κορίτσι κυριολεκτικά σαν όλα τα άλλα, στο κελί όπου χώθηκες σαν εγκληματίας ,κατόπιν εκδικητικού εντάλματος( μη μείνει ελεύθερη και εγκληματίσει!) και ελπίζεις για τί;

Πιθανότατα φυλακή για τους δύο γονείς σου έως ότου παγώσει η κόλαση , τετραπλά ανεξίτηλα τραύματα για εσένα και όλα σου τα αδέρφια, bonus το κοινωνικό στίγμα, και μια ευχή κατά την αποφυλάκιση για "καλή συνέχεια".

Ομολογουμένως το γεγονός ότι η Σαλίνα είναι παντελώς αθώα και τίμια σαν άνθρωπος, μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. Τη μέρα που σέρφαρα στο ίντερνετ από Ουγγαρία, έχοντας μάθει τα καθέκαστα, μίλησα στον Nas online. Τρομακτικά καψούρης στο παρελθόν με το Σαλινάκι, πάντα τον συγκλόνιζαν οι επιλογές της. Να μένει στην Καισαριανή. Να μένει με τον Βαγγέλη τρελά αγαπημένη για χρόνια. Να συγκαταλέγεται στην ιερά τριάδα των ομορφότερων γυναικών που θα δεις στη ζωή σου (και να μην το ξέρει ή να μην το χρησιμοποιεί). Να κυκλοφορεί απλά με ένα κολάν και ένα κοντομάνικο εδώ και χρόνια.

- θα τα έχεις μάθει τα Σαλινιακά, φαντάζομαι.
- Ναι, πολύ κακή φάση.
-...
- Για να πούμε και καμία μαλακία, περισσότερο θα είχα εσένα για σκάνδαλα και πρωτοσέλιδα.
-hardy har har.

Στ' αλήθεια όμως, δεν είχε και άδικο. Η Σαλίνα ποτέ δεν έδειξε τίποτα παραπάνω από μια απαξίωση απέναντι στο χρήμα, και νατη τώρα στη φυλακή για συνεργία σε «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος».

Δεν την ξαναείδα μετά τη Σαμοθράκη ( όχι στη Μύκονο αλλά στη Σαμοθράκη με σκηνή), το προπέρσινο καλοκαίρι.
Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι ήταν τα σουπερ κοσμηματάκια της και το γέλιο της- αυτός ο άνθρωπος χαμογελάει αυθόρμητα όπου και να σταθεί.

Και κάθομαι τώρα εδώ, πίσω στην Αθήνα και σκέφτομαι μουδιασμένη..Πρέπει να είστε τρομερά ικανοποιημένοι πανάχρηστε ανακριτή Ζαγοριανέ με την γελοία προεκλογική σπασμωδική στερητική της ελευθερίας ενός αθώου κοριτσιού ποινή σας. Γιατί η Σαλίνα σίγουρα δεν γελάει πια.

A prayer for the wild at heart, kept in cages. Tennessee Williams
Lilia Lekker

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι τόσο μάχιμη τελευταία. Αν ήμουν ο Brunetti, οι τελευταίες ημέρες θα ήταν μάλλον "μια πεντάκιλη πούτσα με aids σφηνωμένη μέσα στο στόμα μου". Και επειδή καθετί που δεν λέμε, είναι απείρως πιο σοβαρό από αυτό που λέμε, εξηγούμαι.
( Προσγειωνόμαστε στη Τρίτη - Έχουν προηγηθεί πάμπολλοι απλήρωτοι λογαριασμοί οι οποίοι διογκώνονται ενόσω αδυνατώ να τους πληρώσω, όπως και μια σοκαριστική συνάντηση με έναν Κάπα - πως λέμε Κωνσταντίνος Βήτα, Πηνελόπη Δέλτα κλπ).

12.00 Είναι ένα καυτό πρωινό και εγώ ενδίδω σε κυκλικό πρωινό κυνήγι θησαυρού (με δώρο το όχημα μου) περιμετρικά του σταθμού Μαρούσι. Έχω εμφανίσει πρόωρη άνοια και δεν έχω ιδέα που έχω παρκάρει την προηγούμενη, πάθηση για την οποία χαρακτηριστικά κοροϊδεύω την μάνα μου εδώ και χρόνια. Όταν ο δρόμος με έβγαλε (για άλλη μια φορά) κάτω από το σπίτι της Θην, χτύπησα αναζητώντας νερό και κατανόηση.

Βρήκα την αδερφή της στην κουζίνα, η οποία γύρισε αιφνιδίως από την Ινδία και μου αποκάλυψε ότι στις περιπλανήσεις της γνώρισε μια κοπέλα φτυστή εγώ! Την τελευταία φορά που εξαφανίστηκε στην Ινδία για μήνες, επέστρεψε με ένα αδιάγνωστο έκζεμα στο πόδι και μια υπέροχη ιστορία για το πως μαιμουδάκια της έκλεβαν ντομάτες από το σαλόνι. Πώς; Μπαίνοντας ελεύθερα αφού η Eve είχε νοικιάσει ένα γιαπί μισοτελειωμένο,χωρίς στέγη και παράθυρα.

- Ινδή; την είχα πραγματικά ικανή να θεωρήσει κλώνο μου κάποια σκουρόχρωμη μαυρομάτα.
- Όχι ρε! Ιρλανδέζα. Πρέπει να γνωριστείτε. Facebook έχεις;
- Positive. Και τι έκανε αυτή εκεί;
- Ντοκιμαντέρ για τους Δυτικούς που πηγαίνουν στην Ινδία για να φωτιστούν.
Η Θην έλαμψε και αυτή επικίνδυνα. Με κοίταξε λες και ανακαλύψαμε τη χαμένη μου κάλτσα που διέφυγε απ' το πλυντήριο, αλλά γύρισε στην μητρική αγκάλη.
- Βαρεμένη δηλαδή, είπα γιατί προφανώς δεν ταυτίστηκα με το δημοσιογραφικό όραμα του alter ego μου.
- Οχι, Θα δεις,θα δεις!

14.00 Ημέρες επαναπατρισμού διένυε και ο Oleg τελικά, τον οποίο αναγνώρισα μεσημεριάτικα
σε ένα αυτοκίνητο γεμάτο τζίβες. Η Daria χαιρετούσε τους περαστικούς κάνοντας το σήμα της ειρήνης και λέγοντας "πις" σε σπασμένα μωρουδιακά, όταν τον είδα να ξεπροβάλλει μπροστά μου ύστερα από δύο μήνες περιπλάνησης σε Ινδία και Νεπάλ ( να θυμηθώ να ανεβάσω ταξιδιωτικό οπτικό από τις περσινές μου βόλτες στο Νεπάλ).

-Γύρισεεεεεεεεεες...

Η φωνή μου χάθηκε στο υπερπέραν των Μελισσίων και ένα μακρύ χέρι πρόλαβε να βγει από το πίσω παράθυρο και να χαιρετήσει. Το αμάξι τους έστριψε. Το τηλέφωνο χτύπησε.

- Ο παππούς πεθαίνει, άκουσα τη μάνα μου να λέει, και να συνεχίζει

- Θα το φροντίσουμε εγώ και ο super mario, αφήνοντας με να το ερμηνεύσω κατά το δοκούν.

Κλείνει.
Γυρνάω στο μπιζέλι.

- Ο παππούς πεθαίνει, είπε και θα το φροντίσουν.

(Μετά από δευτερόλεπτα)

- Μάλλον εννοεί ότι ο παππούς πέθανε; Αλλιώς , τι να φροντίσουν;;

Το μπιζέλι γνέφει συγκαταβατικά. Σπεύδουμε για το πατρικό μου. Εκεί όπως και οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη, όταν ο θάνατος τρυπώνει στα κρυφά, η απώλεια σέρνει σαν φάντασμα τις αλυσίδες της σε κάθε γωνιά του. Η γάτα δεν πλησιάζει στα μέσα δωμάτια, η γιαγιά έχει σπάσει σε χίλια κομμάτια και στα μάτια της το βλέπεις, για κάποιες στάμνες το νερό στερεύει για πάντα.

16.00 Δεν περνάει μια ώρα και ο υπολογιστής στον οποίο έχω συνδεθεί, βγάζει ήχους. Πλησιάζω για να διαβάσω παραλήρημα συνωμοτικών μηνυμάτων από το κουνούπι Έμπολα.

"Πάρε ένα τηλ στα Βριλήσσια" καταλήγω χωρίς να καταλαβαίνω πολλά πολλά.

"Δεν γίνεται. Μπορεί το τηλέφωνο να παρακολουθείται"

"Εεεεε??" Την τελευταία φορά που άκουσα αυτή την ατάκα, βγήκε από το στόμα του panamos,ύστερα από σωρεία κλικ που διέκοπταν τη συνδιάλεξη. Υποπτεύονταν, όπως και άλλοι φωτοειδησεογράφοι που κάλυψαν "επαναστατικά" τα "Δεκεμβριανά" ότι τα τηλεφωνήματα τους πλέον καταγράφονταν. Πράγμα διόλου παράξενο. Το Κουνούπι Έμπολα, όμως,ποιός να το παρακολουθούσε; Ίσως κάποιος φανατικός θαυμαστής της εκκολαπτόμενης ηθοποιού;

Συνοπτικά μου εξηγεί στη συνέχεια πως δύο ώρες πριν, καθώς έβγαινε από ένα ψιλικατζίδικο του κέντρου κρατώντας σερβιέτες στο χέρι, στο απέναντι πεζοδρόμιο ένας 28χρονος δολοφονούνταν με σφαίρες στο κεφάλι και στο σβέρκο.

Σιωπή. Πάγος. Παγετώνας. Σοκ. Λίμνη με αίμα. Αιφνίδια. Ο δολοφόνος Φορούσε Κράνος.

21.00 Ώρες αργότερα, βρίσκομαι σπίτι της, να ξορκίσουμε το τραύμα, πίνοντας μπύρες. Ακούμε το διαμέρισμα στον 3ο της απέναντι πολυκατοικίας και θυμάμαι τον Μike.( Ο ήχος μεταδίδεται γρήγορα ανάμεσα στα μπαλκόνια δύο πολυκατοικιών όταν αυτές απέχουν πέντε μέτρα μεταξύ τους).
-Τον βλέπεις καθόλου;
-Ναι ρε, μιλάμε στην είσοδο, όταν βρισκόμαστε.
- Ο άλλος;
-Έχει φύγει και ο Mike μένει τώρα με μια γκόμενα.
Ξαφνικά σκάει στα γέλια.
- Θυμάσαι το χωλ τους; μου λέει με νόημα.
Θυμάμαι. Τα άτομα είχαν βάλει μονίμως αναμμένη κόκκινη λάμπα στο χωλ να το στολίζει παρέα με ένα ποδήλατο.
- Ωραίο φως, είχα μονολογήσει.
- Είναι για τους ντελιβεράδες, απάντησε ο Μικε. Με είδε που ήμουν ένα ερωτηματικό και συνέχισε:
- Για να μην βλέπουν ότι είμαστε μονίμως κόκκαλο.
- Τι δουλειά κάνετε είπαμε;
- Αρχιτεκτονικό γραφείο έχουμε.

Μάλιστα, ωραίοι τύποι, σκέφτηκα και άκουσα δυνατά το ηχηρό ράπισμα της νύστας.

01.00 Το ίδιο ράπισμα τώρα με έστελνε πίσω στην άλλη άκρη της πόλης, εκεί όπου λίγες ώρες νωρίτερα αποχωρίζονταν η γιαγιά τον άντρα της ζωής της , ύστερα από 60 χρόνια γάμου.

- Σε ευχαριστώ για όλα του ψιθύριζε, πριν τον πάρουν, ήσουν καλός,ήσουν πολύ καλός..
Lilia Lekker

..Kαι ο καιρός περνάει
και η χρονιά αλλάζει
και τα τσακάλια στην αυλή μου γαβγίζουν,
αλλά δεν θα ρημάξουν,
ίσως σιάξουν ,
ίσως ξεχαστούν ,
ίσως άλλο ψοφίμι βρουν να συνταιριάξουν με εκείνο το κενό τους,
μα η πόλη τα ακούει και αναστενάζει με βουλωμένες αρτηρίες,
την ακούς;
«μεσάνυχτα όλη μέρα»
και στο κέντρο της στέκομαι αδειασμένη με αιωνίως άσβηστο πόθο στο χέρι,
αναπνέω αέρα βρώμικο
και η βρώμα η μέσα μου χαρτοπαίζει και όλο χάνει.
Θα το σβήσω,
το σβήνω με την γωνία της μπότας μου,
και η άσφαλτος μαύρη
και το παπούτσι φρεσκοφορεμένο μαύρο.
«Και αν η ψυχή μου είναι μαύρη τι το λες σε μένα;» είχε πει εκείνη αυτάρεσκα,
δήθεν αδιάφορα,
χαλαραδιάφορα.

Τι. Το . Λες.

Μη λες λέξη,
κατάπιε τα τέρατα όλα δίχως ανάσα,
μη χωνέψεις,
μη ρευτείς,
λέξη μη φτύσεις.
Δομημένος,
συγκρατημένος,
πλαστικός,
μετρημένος,
καθισμένος,
κόβει τις φρυγανιές σε μικρότερα κομμάτια με το ένα χέρι,
όσο σκουπίζει τα ψίχουλα με το άλλο,

Στοπ.

Πιάνει το κουτάλι και ανακατεύει τη φέτα με τις φακές,
στοπ.

Η γάτα έξω απ' το παραθύρι γαβγίζει και αυτή
- σε ένα μερτικό ελπίζει,
όπως και εγώ.

Σταματά να γαβγίζει,
γιατί σταματά να ελπίζει,
γιατί σάμπως βγήκε ποτέ ήλιος μέσα στα μεσάνυχτα να μας φωτίσει;

Ξημέρωμα Τρίτης μα η βδομάδα έχει ήδη φτάσει στο τέλος.

Στοπ.

Μνήμη τυφλή. Στοπ. Δεν το χωράει ο νους.
Lilia Lekker
the Naming of Cats is a difficult matter,It isn't just one of your holiday games;
You may think at first I'm as mad as a hatter
When I tell you, a cat must have THREE DIFFERENT NAMES.
First of all, there's the name that the family use daily,
Such as Peter, Augustus, Alonzo or James,
Such as Victor or Jonathan, George or Bill Bailey--
All of them sensible everyday names.
There are fancier names if you think they sound sweeter,
Some for the gentlemen, some for the dames:
Such as Plato, Admetus, Electra, Demeter--
But all of them sensible everyday names.
But I tell you, a cat needs a name that's particular,
A name that's peculiar, and more dignified,
Else how can he keep up his tail perpendicular,
Or spread out his whiskers, or cherish his pride?


Of names of this kind, I can give you a quorum,
Such as Munkustrap, Quaxo, or Coricopat,
Such as Bombalurina, or else Jellylorum-
Names that never belong to more than one cat.
But above and beyond there's still one name left over,
And that is the name that you never will guess;
The name that no human research can discover--
But THE CAT HIMSELF KNOWS, and will never confess.
When you notice a cat in profound meditation,
The reason, I tell you, is always the same:
His mind is engaged in a rapt contemplation
Of the thought, of the thought, of the thought of his name:
His ineffable effable
Effanineffable
Deep and inscrutable singular Name.



The naming of Cats by T.S. Eliot

ps- συνάντησα πριν λίγο καιρό τις τρεις αυτές κυρίες να αλητεύουν και τώρα θέλω στη μνήμη μου τουλάχιστον να τις βαφτίσω. Όλες οι προτάσεις ευπρόσδεκτες :)
Lilia Lekker

Σε σχέση με τα αγοράκια, μικρή είχα γενικώς τη τάση -πράγμα που στην πορεία εξελίχτηκε σε ασυναγώνιστη πείρα- να ερωτεύομαι οτιδήποτε κυκλοφορούσε σε μερικώς απροσάρμοστο ή παχύσαρκο. Παράλληλα οι περισσότεροι μου έρωτες παρέμεναν αμείλικτα ανεκπλήρωτοι με κάποιου είδους γελοία ανατροπή, πάντα στη τελευταία σκηνή.

Όχι ότι θα' πρεπε να έχω παράπονα, αν το καλοσκεφτώ, στο δημοτικό, τα "έφτιαξα" με ένα αγοράκι στην κατασκήνωση, ονόματι αν θυμάμαι καλά, Αχιλλέα. Aυτό διότι την ημέρα που η φίλη μου η Βάσια και ο φίλος του ο Γιωργάκης (σύντροφοι κατασκηνωτές) "τα έφτιαξαν", εμείς φορούσαμε φλούο κίτρινα μπλουζάκια. Ε αυτό έφτανε στα νεαρά μυαλά μας, για να συνδεθούμε αυτομάτως με τον ρομαντικό τίτλο του ζεύγους ( go figure).. Και να χωρίσουμε κοινή συναινέσει την επομένη, ύστερα από ένα σιωπηλό δίωρο μπροστά στη λίμνη με τις πάπιες, όταν καταλάβαμε ότι δεν ήμασταν τελικά φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο!

Ο πρώτος μου γκραντε έρωτας, πάντως, τον οποίο δεν θυμάμαι να έχω εξομολογηθεί σε κανέναν, ήταν κάποια χρόνια μεγαλύτερος και βρίσκονταν στο ίδιο σχολικό μαζί μου. Τότε φοιτούσα σε ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο της Παλλήνης. Τα πρωινά δεν θυμάμαι να παρατήρησα ποτέ την ύπαρξη του Έρωτα, Πάνο τον έλεγαν, αλλά τα μεσημέρια, αχ τα μεσημέρια ήταν μια ατελείωτη κόλαση χωρίς ελπίδα ψύχους.


Τι υπέροχο μαλλί κοκοράκι ήταν αυτό που ανέμιζε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο του σχολικού. Τι αξιολάτρευτο κενό στα μπροστινά του δόντια ήταν αυτό που αποθέωνα όταν τον κρυφοκοίταζα να χαμογελάει. Τι εξαιρετικής λάμψης σοκολατένιο δέρμα, τι, τι, τι..

Για να μην πολυλογώ ο τύπος ήταν η επιτομή της γοητείας στα 6χρονα, τα 7χρονα και τα 8χρονα μου μάτια και ήταν και τρεις τάξεις μεγαλύτερος, οπότε διέθετε, όπως το έβλεπα τότε, τον αέρα του ανέφικτου. Το κελεπούρι δεν θυμάμαι να μου είχε ρίξει ούτε μια ματιά, παρότι μέχρι την πέμπτη δημοτικού ήμουν στυλάκι :p ( μετά ζούσαν οι γονείς στο εξωτερικό μαζί ή εναλλάξ και η γιαγιά με τάιζε για τα Χριστούγεννα, όπως κάποιοι κάποιοι έκαναν με το γουρουνάκι της Ξένης).

Εν πάση περιπτώσει, τα χρόνια πέρασαν, ο Έρωτας πήγε στο γυμνάσιο και άλλαξε σχολείο και σχολικό αλλά μια μέρα, επέστρεψε στο παλιό σχολικό μαζί με τον μικρότερο αδερφό του, που παρέμενε στο σχολείο μας και εγώ πλέον πήγαινα έκτη δημοτικού! Περήφανη που είχα αναπτύξει στοιχειώδες λέγειν και δεν θα γινόμουν πατζάρι στην πρώτη ατάκα, ακόμα πιο ενθουσιασμένη που είχα ψηλώσει, είχαν μακρύνει και τα μαλλιά μου και εν τοιαύτη περιπτώσει είχα αποκτήσει την σιγουριά της.. ωριμότητας, περίμενα να αδειάσει λίγο το σχολικό για να κάνω την πρώτη κίνηση με σκοπό το πολυπόθητο ματ. Ψύχραιμη και προπαντός χαμογελαστή, τον ρώτησα τι τάξη πήγαινε πλέον και πώς και ξαναήρθε απ' τα μέρη μας. Μετά από λίγο ανήλικο small talk, γίνομαι τολμηρή και αποφασίζω να συστηθώ λέγοντας:

" Εγώ είμαι η Λιλ.."

Πριν προλάβω να ολοκληρώσω , ο Έρωτας με διακόπτει με σκέρτσο.

"Ναι σε θυμάμαι" λέει με υπονοούμενο.

( Ακολουθεί παύση που διαρκεί μια αιωνιότητα, κατά την οποία η καρδιά μου σταματάει, τα πουλιά και οι άνθρωποι σταματούν να γεννιούνται και να πεθαίνουν and all that jazz)

"Η Εμετούλα δεν είσαι?" συμπληρώνει.

Ε; Η ποιά; Από που έσκασε αυτό το μενίρ πάνω στο κεφάλι μου;

Λοιπόν, ήταν νομίζω η πρώτη φορά που έκανα την σκέψη ότι αν μπορούσα να τηλεμεταφερθώ εκείνη τη στιγμή, θα το' κανα. Με διαμέλισε! Άξαφνα συνειδητοποίησα γιατί τέτοιος μεγάλος έρωτας και στην πρωινή σχολική βάρδια δεν είχε καταγράφει ούτε μια ανάμνηση του.

Tις πρώτες χρονιές του δημοτικού, κάθε, μα κάθε πρωί, με το που έμπαινα στο σχολικό , ζαλιζόμουν η κακομοίρα, οπότε η δύσμοιρη συνοδός με κρατούσε στα πόδια της στη θέση του συνοδηγού και κατηύθυνε τη .. ροή του προγράμματος προς το παράθυρο...

"Εγώ... είμαι..." μουρμούρισα , αλλά άλλαξα πρώτα πέντε με έξι χρώματα , σαν τα καρτούν.

"Καλά σε θυμήθηκα!" απάντησε ο άλλος ο βλαμμένος περιχαρής.

..the end
Lilia Lekker

Σε αυτή την πολυκατοικία οι τοίχοι μοιάζουν με κακόγουστο αστείο εργολάβου του '60. Μηρυκάζουν, ένα αόρατο παραπέτασμα, ευκόλως διαπεραστό από τις αγριοφωνάρες και τις κακομαγειρεμένες συνταγές των ξεψυχισμένων ενοίκων. Ή μήπως θα’ πρεπε να πω «των γειτόνων» μου;

Φωνές δικές της, μισότρελη η γειτόνισσα ωρυεται ξορκίζοντας τα πεθαμένα και ζωντανά απόβλητα, που είναί όλοδικά της αλλά μοιάζουν να μου μιλάνε, να γίνονται προβλήματα δικά μου. Ταλαιπωρούν τα αφτιά μου, κουράζουν το κορμί μου τις πρώτες πρωινές ώρες, τότε που την βρίσκουν ξύπνια να φοράει τα άσπρα της τσόκαρα και να τρυπώνει στην κουζίνα.

Εκείνη αντιθέτως είναι ακούραστη. Θα τη χτυπήσει στο πρόσωπο και στην πλάτη με χέρια βαριά και μπουνιές ασκημένες στο ξυλοκόπημα ο Φάνης αλλά στενάζει πάντοτε ανακουφισμένη. Δεν τον έχω δει ποτέ. Για μήνες αναρωτιόμουν αν ένα απαύγασμα της άρρωστης φαντασίας της ήταν αυτός ο άνθρωπος, που πάντα για εκείνον μου μιλά όταν τη συναπαντώ στην είσοδο της πολυκατοικίας ή στην μικρή πλατεία του λόφου Σκουζέ, στον πάγκο, δίπλα στα Aλβανάκια, όταν καβάλα στα σκουριασμένα ποδήλατα τους κατακτούν κάθε Κυριακή πρωί την αλάνα.

Ώσπου ένα βράδυ η φωνή του από το διπλανό διαμέρισμα, μου παρουσιάστηκε σαν άλλος Κύριος, από αόρατα ηχεία σε κάθε γωνιά του δωματίου , με αυτά να εκπέμπουν τις διαταγές του από άνωθεν, ή από δίπλα, και εγώ μόνο αν ανασηκωνόμουν από το μονήρη και ακύμαντο βίο μου θα κατάφερνα να ακολουθήσω το πρόσταγμα του.

« Σκάσε. Σκάσε μωρή καριόλα σου λέω».

Όχι, ο Φάνης ήταν αληθινός , ένας πραγματικός κύριος, αλλά όχι ο Κύριος που φαντάστηκα. Δεν απευθυνόταν σε μένα αλλά σε αυτή τη γυναίκα με τα ξεβαμμένα πορτοκαλί μαλλιά και τα αναποφάσιστα μάτια. Να ήταν πάντα έτσι; Την αδερφή της μια φορά τη συνάντησα καλοκαιράκι στις αυλές μας, που συγκοινωνούν, να ατενίζει την λεμονιά της αποτρελαμένης αδερφής της. Χάιδεψα λίγο το δέντρο με τα μάτια μου , τα κάγκελα ανάμεσα μας έφραζαν μια οπτική πιο άμεση.

« Ευτυχώς που βάλατε και τα κάγκελα, είναι δύσκολη η γειτονιά εδώ» Η Κατερίνα τα είχε μισήσει, πως θα εισέβαλε ξέφραγη στον δικό μου κόσμο, όταν ο δικός της θα έτρεχε ξωπίσω της, με όλα αυτά τα κάγκελα ανάμεσα μας; Ήξερε άραγε ότι η αδερφή της μαζεύει λεμόνια στις αφραγκιές της και τα πουλάει σε λαϊκές αγορές δύο δρόμους πιο πάνω; Τα αραδιάζει δίπλα στους γύφτους με τα τρίκυκλα τους και τις άτεγκτες χειρονομίες τους. Χωρίς πάγκο, χωρίς τίποτα. Τα φέρνει παράνομα μέσα σε μια αγκαλιά, τυλιγμένα με μπλε ξεφτισμένη κουβέρτα πλοίου και κάθεται σε μια διασταύρωση δρόμου, κάνοντας αυτό που ξέρει καλά να κάνει, να φωνάζει. Την είχα δει ένα πρωινό που ο ήλιος είχε δόντια και η γειτονιά φάνηκε να προσφέρεται για ένα περπάτημα από άκρη σε άκρη.

Αποκλείω να ξέρει για τα λεμόνια, στις δύο φορές το εξάμηνο που επισκέπτεται την Κατερίνα, στη φαγωμένη ώρα που καταδέχεται να καθίσει στο σπιτικό της, το μόνο που προλαβαίνει, είναι να μιλήσει με κανέναν ένοικο όπως εμένα καλή ώρα και να συνωμοτήσει χαμηλόφωνα εναντίον της ίδιας της αδερφής. Να προλάβει να πει:

« Έχει πρόβλημα η καημένη, να, τα έχει λίγο χαμένα» και με το δεξί της δείκτη κοντά στον κρόταφο να μου τονίσει πόσο ντροπιασμένη νιώθει. Τώρα είναι βράδυ και εκείνη πάλι φωνάζει, ολοένα και περισσότερο μέχρι να κορυφώσει μέσα της η δικιά της δικαιοσύνη, να ανακοινώσεί κάποιος μηχανισμός ελέγχου δικός της ότι από δω και πέρα θα είναι όλα καλά, «μη ταλανίζεις άλλο το λαιμό σου , ησύχασε».



Μου πήρε μήνες για να παρατηρήσω και να μελετήσω στη συνέχεια με απόλυτη ακρίβεια, το περιεχόμενο των υστεριών της. Το απογοητευτικό ήταν ότι δεν πρόκειται για μια ανεξάντλητο ρεπερτόριο, αλλά για ένα αναμάσημα εννοιών αδιευκρίνιστων, ενός φτωχού λεξιλογίου μιας βασανισμένης ψυχής. Καθαρίζει τις σκάλες της πάντα βρώμικης πολυκατοικίας μας, και είναι μια ειρωνεία, θα συμφωνήσετε και εσείς, μου θυμίζει τη μικρή μου κεραμιδόγατα, έρμαιο της αδίστακτης περιέργειας της, εξερευνά μυρίζοντας το ολοένα και αποκαλυπτικότερο σύμπαν τριγύρω της αλλά πέφτει πάντα στις ίδιες παγίδες, όταν αυτές υπάρχουν, διότι αυτές πάντα ίδιες θα παραμένουν. Ας τρίβει σκάλες, ας καθαρίζει το πεζοδρόμιο- ακόμα να τελειώσει αυτή η ρημαδιασμένη η οικοδομή απέναντι- ποτέ τίποτα δεν ξεβρομίζει, μέσα της ή έξω της. Αυτή η παλιασμένη μυρουδιά πτωμαΐνης σου γίνεται οικεία αφού μετακομίσεις εκεί και αυτό όχι γιατί κερδίζει τον επεκτατικό της πόλεμο εναντίον σου. Ξυπνά μέσα σου σαν τέρας πεινασμένο από την πολύχρονη ακινησία και δαμασμένο αρχικά, σε πλησιάζει με γαλήνιο πρόσωπο, νερένια χαρακτηριστικά, μια αδιάκοπη κίνηση να σε προσηλυτίσει και να το προστατέψεις , φτερούγες να απλώσεις να το μαζέψεις κοντά σου. Να πεις « θα την ξεπαστρέψω αυτή την λιγομίλητη φτήνια, αυτό το τίποτα που όλοι νιώθουν σε αυτό το μέρος αλλά το αφήνουν ανείπωτο, να μιλάνε οι δευτέρας διαλογής πολυκατοικίες τους για αυτό.» Είναι κοντοπίθαρο το τέρας και πράγματι δεν λέει πολλά, η φτώχια ποτέ δεν λέει πολλά για να δικαιολογηθεί γιατί είναι και περήφανη, η δυστυχία όμως, πολυλογού ως είναι, σταματημό δεν έχει και είναι σε μια μόνιμη πάλη μεταξύ τους, με τη δυστυχία πάντοτε να χασκογελά με σάπια τα δόντια της στο θαμπό καθρέφτη της εισόδου μας.

Ο Φάνης πάντως μου θυμίζει ήρωα που έγινε μεσονυχτίς κακός, γιατί κάποιος έφερε τον κακό του δίδυμο αδερφό στη θέση του και εκείνος κάπου σε αποθήκη αδειανή χτυπιέται αλυσοδεμένος. Δεν ξέρω αν τον συμπαθώ ή τον αντιπαθώ, αν τη χτυπάει και είναι καταδικαστέα αυτή του η πράξη ή αν χωρίς τούτο τον άντρα, να είχε αυτή πεθάνει από καιρό. Γι’ αυτό δεν έχω αποφασίσει ποτέ να κοιτάξω απ’ το ματάκι της εξώπορτας, όταν τους ακούω να μπαίνουν στο μικρό της δωμάτιο, ηχηροί και αδειανοί όπως πάντα. Το παράδοξο είναι ότι σεξ δεν τους έχω ακούσει ποτέ να κάνουν, παρότι είναι πολλές οι φορές που ήχοι από το μπάνιο μου με αναστατώνουν και σηκώνομαι από εκεί που είμαι. Φτάνω δίπλα στο νεροχύτη με τα πορτοκαλένια κρεμοσάπουνα, απότοκο της δικής μου ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας και σαν να ‘ ναι μέσα στο ίδιο μπάνιο κάποιος, σηκώνει αντικείμενα και τα ξανα αφήνει. Έχω συχνά αναρωτηθεί σε τι μπορεί να μεταφράζονται οπτικά όλοι αυτοί οι ήχοι που αδιάκριτα εισβάλλουν μέσα στο δικό μου διαμέρισμα, τι αντικείμενα να είναι αυτά που κάθονται από την άλλη πλευρά του τοίχου;

Ένας – ο βασικότερος μάλλον- λόγος που είμαι σε θέση να αντιλαμβάνομαι κάθε αεράκι που ανακινεί τη μυρουδιά αυτής της πολυκατοικίας, είναι ότι βρίσκομαι ολημερίς και ολονυχτίς καθισμένη δίπλα στην εξώπορτα της γκαρσονιέρας μου. Αυτό δεν είναι κάτι συμπτωματικό, είναι όμως και πάλι ειρωνικό. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά , το απαρχαιωμένο ματάκι της εξώπορτας με προδίδει κάθε φορά , το ηλεκτρικό καίει στο σκοτεινό μου ισόγειο ολημερίς, και τότε πλησιάζω δειλά να ψάξω για σκιές που περνάνε και ανεβαίνουν την σκάλα ή την ίδια με τον Φάνη, για να ξεσκεπάσω τα ατελείωτα λεπτά που περνάνε, μέχρι ο καυγάς να σταματήσει, και το κλειδί να ανοίξει την πόρτα. Είναι το πιο ενοχλητικό απ’ όλα, πειράζουν τις ευαίσθητες χορδές της ασύλληπτης περιέργειας μου, καθώς όλα συμβαίνουν ακριβώς έξω από την πόρτα μου, αλλά τρόπος να τα παρατηρήσω δίχως να τα υποθέτω ή να εκτεθώ, δεν έχει βρεθεί ακόμα. Όμως τίποτα δεν έχει σημασία γιατί σήμερα θέλω να τη σκοτώσω. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Θέλω μόνο να σωπάσει , να χάσει τη φωνή της , να μη χρειάζεται άλλο να ανεβάζω το volume των δικών μου ηχείων για να υπερκαλύπτουν τις δικές της φοβισμένες ανεπάρκειες. Νιώθω σαν σημαντική αυτή την απόφαση και γι’ αυτό αποφάσισα να καθίσω άτσαλα όπως πάντοτε, μπροστά σε αυτή την ψυχρή οθόνη, σαν τότε και να γράψω όλα αυτά που αν δεν γραφούν , θα πραχθούν.

«Ποιός λερώνει τη σκάλα ρε παιδιά. Φωνάζουν αυτοί σας λέω, φωνάζουν»

Η Κατερίνα..

(to be continued)



Lilia Lekker




Eίναι κάτι ώρες που η ζωή μου μοιάζει με γιγάντια κολοκύθα. Φοράει τη ψεύτικη οδοντοστοιχία της ευφρόσυνα, έχω φροντίσει να κοπεί ακριβώς στα μέτρα μου. Γλυκιά + Απειλητική. Συνάμα. Τα πρωινά δεν μιλάει, δεν έχει ξυπνήσει ακόμα. Την προηγούμενη πλαγιάζει τόσο αργά, που είναι σχεδόν νωρίς. Μόλις βραδιάσει, όμως, δεν βάζει τελεία, μου λέει ιστορίες διόλου ευχάριστες και αφηρημένη σχεδιάζει φράκταλς - καθώς αναμοχλεύει τις αναμνήσεις, που άνθρωποι της ζωγράφισαν στα μαλακά σπλάχνα της.

Ένα κορίτσι, μια γιορτή κάτω από τα αστέρια και το αγόρι που την πλήγωσε. Ας πούμε ότι το κορίτσι λέγεται Σύλβια και ας υποθέσουμε ότι το αγόρι δεν την αγάπησε ποτέ.

Όταν μου διηγείται ιστορίες έτσι, σκέφτομαι μόνο να την σφάζω στην κουζίνα, να την κάνω τάρτες και να την σερβίρω στους καλεσμένους μου με κάρυ. Μάλλον το υποψιάζεται και σιωπά, αφού μουρμουρίσει ότι δεν έχει σημασία αν ξεχνάς, κάποτε θα ξαναθυμηθείς.

Η Σύλβια ξανατρυπώνει με το γυαλιστερό φλοιό της στην ντουλάπα των αναμνήσεων και η κολοκύθα μου χαζεύει μια νέα γυναίκα, να γλιστράει τραγουδώντας μέσα στο καλσόν της. Στον δρόμο, τα φανάρια μόλις άναψαν και ένας χοντρός γάτος τραγουδάει στον έρωτα. Η κολοκύθα μου ζητά να σκαρφαλώσω σε μια καταπράσινη μάντρα και να τεντωθώ, να χαϊδέψω το φεγγάρι. Η Σύλβια θα το έκανε στα σίγουρα , ψιθυρίζει. Και μετά, με το λεπτό μαχαίρι της θα χάραζε στην πλάτη του το όνομα της, με όλα τα άστρα να κοιτάνε ( θυμάμαι..)

Lilia Lekker

Η Ξένη είναι ως γνωστόν μια γυναίκα με σχέδιο, ( a woman with a plan). Μου χτύπησε λοιπόν την πόρτα λέγοντας " Όσο οι άλλοι (την) παίζουν με τα νεύρα μας, θα παίξουμε και εμείς ένα παιχνιδάκι. Εσένα τι σου τη σπάει? Μάζεψε μια καλή πεντάδα και παίξε μπάλα".
Η ερώτηση της Ξένης σαν ενοχλητική μύγα έκατσε στο κέντρο διαχείρισης των σκέψεων μου, κυρίως γιατί δεν ήξερα πώς να απαντήσω. Αυθορμήτως έτριψα τα χέρια διότι το σιχτιρίζεν με τρέφει, αλλά μετά έπεσε λευκό πανί. Που είναι η αρχή?
Το κυρίαρχο συναίσθημα είναι ότι όπως σε όλους , υποθέτω, είναι αναρίθμητοι οι λόγοι που μου κάνουν τα νεύρα κρόσια, πάμπολλες οι συνθήκες στις οποίες με βρίσκω απογοητευμένη να συμφωνώ σιωπηλά ακόμα και με τον φανατικά απαισιόδοξο Σοπενχάουερ, όταν υπερασπιζόνταν ότι είναι προτιμότερο να βλέπουμε τη ζωή ως μια διαδικασία απομυθοποίησης, αφού είναι προφανές ότι εκεί στοχεύουν όλα όσα μας συμβαίνουν.

Συνθέτοντας ένα τοπ 5, με πράγματα που παρατηρώ ότι με τσαντίζουν συχνότερα από άλλα και με ένταση πέραν κάθε ανθρώπινης αντίληψης:

Mου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι
1. H αγένεια κάθε κρετίνου με τον οποιο θα αναγκαστείς να συναλλαγείς στη διάρκεια της ημέρας σου. Στο ταξί. Στο ταχυδρομείο. Στο εστιατόριο όπου γευματίζεις. Στη γραμμή εξυπηρέτησης πελατών. Στο σούπερ μάρκετ. Στο μετρό. Στο δρόμο. Θα σε αποπάρει, ίσως σε βρίσει- σίγουρα θα φροντίσει να εκτονώσει πάνω σου ό,τι του καυλώσει με άσχετη φαινομενικά τουλάχισοτν αφορμή. Γιατί: Έχει κακή μέρα. Μισεί τη δουλειά του. Μισεί τον ίδιο του τον εαυτό. Μισεί την κίνηση στους δρόμους. Το ρακούν του έχει ηπατίτιδα. Η μητέρα του έκανε θανατηφόρες νύξεις για την αξιοπρέπεια της νυν /γυναίκας του σε τηλεφώνημα προ πενταλεπτου. Ο αγαπημένος του ηθοποιός έχασε στα Όσκαρ.
Οκ, για να μην αναφέρομαι όμως μόνο σε άντρες, καθώς ισχύει δυστυχώς ότι οι μεγαλύτερες σκύλες-αγενείς είναι οι γυναίκες: Ο γκόμενος δεν πήρε πάλι και έκανε ολονυχτία περιμένοντας, με το κινητό στον κώλο.

Με φέρνει σε νευρικό κλονισμό
2. Το ότι στα λεξικά το λήμμα άνθρωπος, θα έπρεπε να αντικατασταθεί από τον παρακάτω ορισμό( μιλώντας για πολίτες της Δύσης): Άβουλος καταναλωτής με πρωταγωνιστικό ρόλο της ζωής του, την εκπόρνευση του στο παγκόσμιο δίκτυο των πολυεθνικών.
Που διασχίζοντας εκατό μέτρα της Κηφισίας, στο μυαλό σου εισβάλλουν εκατοντάδες logo εταιρειών, καθιστώντας το αδύνατο να οδηγήσεις μια ζωή ανεπηρέαστη από γελοία μοντέλα του ζην , όταν η παραγωγή νοήματος έχει παραδοθεί στη βλακεία, όσο εκείνη ανθεί αγρίως σε κάθε τετραγωνικό μέτρο.


Η μεγαλύτερη προσωπική μου τσαντίλα είναι για
3. Όλα αυτά που δεν είμαι και που αν ήμουν θα γινόταν η ζωη μου ευκολότερη, αποδοτικότερη, λιγότερο ψυχοβγάλτρα!
Που η απόσταση ανάμεσα στη ρεαλιστική και στην σούπερ χιρο εκδοχή μου, είναι χαοτική και που ανάμεσα τους στέκεται επιπλέον και ένας ογκόλιθος, ένα μενίρ αυτόαμφιβολίας.
Που έχω εκ γενετής μια δυσανεξία στην πίστη, διακυρήσσοντας παράλληλα σθεναρά ότι "αν έχεις πίστη, είσαι στο παιχνίδι- αν όχι, βρίσκεσαι στο πουθενά". Το δόγμα αυτό δεν είδα να μου ανοίγει όμως, ποτέ το δρόμο για άλλη πίστα. Μάλλον γιατί δεν το πίστεψα ποτέ.

Μπορώ να ανεβάσω στιγμιαία πίεση αναλογιζόμενη
4. Κάθε μορφή ασύδωτης και εκτροχιασμένης εξουσίας, από την κυβέρνηση του χοντρού ( και ένα σύστημα υγείας όπου αν νοσήσεις με καρκίνο και γραφτείς στις λίστες του Αγ. Σάββα, κάνεις το σταυρό σου να προλάβεις μια χημειοθεραπεία πριν πάει ο όγκος σε τελικό στάδιο και συ στα θυμαράκια) έως κάθε μορφή οργανωμένης θρησκείας, από τα γήπεδα με τα χουλιγκανάκια ως τα πάρτι με οδοφράγματα στους δρόμους από μπαχαλάκηδες ( όπως αυτά συνηθίζονταν προ Δεκέμβρη γιατί τα μετά εντάσσονται σε ολότελα διαφορετική κατηγορία), από τη μουσική βιομηχανία του mtv έως τις αίθουσες συσκέψεων των γυναικείων περιοδικών.


Στο τελευταίο τα βρίσκω σκούρα.
5. Θέλω να πω κάτι μεγαλύτερο, για την ασύλληπτη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ( των δικών μας από άλλους, των άλλων από εμάς, του ενός απ' τον άλλο), τον κοινωνικό αποκλεισμό όποιου τα φέρει έτσι η ζωή, ώστε να βρεθεί σε αναπηρική καρέκλα σε αυτή την καταραμένη γαμωχώρα, που δεν ντρέπεται να περηφανεύεται ότι έβαλε μπάρες στο αττικό μετρό, δίνοντας πνοή σε γενικότερη κοινωνική ευαισθησία!
Θέλω να πω για την παιδική κακοποίηση, την παιδική εγκατάλειψη, τη σύγχρονη δουλεία, για τον εκπεσμό του ηλικιωμένου σήμερα και την αντιμετώπιση του ως ένα παλιό ανταλλακτικό που περιμένει στη σειρά του για τη χωματερή, με πεπερασμένες γνώσεις και άρα αμφισβητίσιμη αξία, με πενιχρές συντάξεις, με τα πιτσιρίκια να γελούν εις βάρος του αστείου του περπατήματος. Που έχει τύχει μπροστά μου ολόκληρο βαγόνι να βλέπει μεγάλο άνθρωπο όρθιο να παραπαίει και να μην παραχωρεί τη θέση του κανείς.
Θέλω να πω για αυτούς τους κακόμοιρους τους χρυσαυγίτες , τους έχοντες α) την περίφημη τρικυμία εν κρανίω και β) δύσμοιρους γονείς που τους προμήθευσαν εν αγνοία τους φορές με όλα τα κατάλληλα συστατικά, ώστε να μαγειρευτεί η πιο έυφλεκτη κοινωνική συνταγή- βίαιοι άνθρωποι με τσίχλες κολλημένες στους εγκεφάλους τους.
θέλω να πω για τις ρυπασμένες μας θάλασσες και τα ποτάμια, για τη συρρίκνωση της βιοποικιλότητας, για τα μεταλλαγμένα σκατά στα πιάτα μας και τα χημικά εντός των οργανισμών μας, για τη ντομάτα που έχασε τη γεύση της, για τους παγετώνες που έχουν πάψει να κοιμούνται ήσυχοι και τώρα μόνο λιώνουν και όλο λιώνουν.. για τα αυτοκίνητα που είναι οι πραγματικοί κάτοικοι αυτής της πόλης και όχι εμείς, για τη μολυσμένη ατμόσφαιρα που μας δηλητηριάζει τη ψυχή και ευθύνεται για χιλιάδες θανάτους ανά τον κόσμο ετησίως..για τα στρατόπεδα προσφύγων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, για τη βιομηχανία των όπλων που συντηρείται από τις τσέπες μας...
ήθελα να πω...
θέλω να πω ότι μου ανεβαίνουν δάκρυα λες και είμαι παιδάκι μόλις πιάσω αυτή τη λίστα.

Που καταλήγω? Ξένη μου, έπαιξα και 'γω αλλά όχι με τους κανόνες.. το' πήρα και έφυγα οπότε my apologies.. Θυμάμαι ,όμως τώρα κάτι φερέλπιδο , που είχε πει η Ρεν, η γνωστή, μια ξάστερη νύχτα στην Καλαμάτα: Aν ο κόσμος είναι μια μπάλα, ας την κλωτσήσουμε επιτέλους μπας και ανέβουμε κατηγορία!
Lilia Lekker
Μου' πεσε η κάτω γνάθος, δεν κάνω πλάκα. Σε τυχαία περιφορά των πεινασμένων κορμιών μας, ο δρόμος μας έβγαλε τις προάλλες στην πλατεία του Κάραβελ, παρέα με την Ματαντορ και το Πύον. Παραγγέλνουμε στα γρήγορα, τσιμπάω και έναν Ταχυδρόμο από το εκεί stand ( των Νέων όχι των ελτα) και ξεφυλλίζω αδηφάγα ( παρότι οι τυπωμένες λέξεις σήμερα, συντελούν συχνά σε διατροφή πτωχή σε ιδέες και δεν ενδείκνυνται) . Προσπερνάω το εξώφυλλο, μη δίνοντας σημασία στη λευκή κυρία με φόντο κάποια χορεύτρια, αν θυμάμαι καλά, που κρατούσε στην αγκαλιά της περιχαρή αφρικανή μικρούλα.
Στάσου πλάι μου
έλεγε ο τίτλος , όπως διάβασα μετά,
Πώς βρήκε την αγκαλιά που της αξίζει σε μια ελληνική οικογένεια
( και όχι το κράτος)
ή κάτι τέτοιο ο υπότιτλος...

Ακούστε τώρα, σε περίπτωση που δεν το έχετε ήδη διαβάσει, τι πήγαν και έκαναν οι ανεκδιήγητοι θεοί εκεί στον ταχυδρόμο ( ξέρετε μωρέ με τα Νέα του Σαββάτου).

Έκαναν θέμα και δη ΕΞΩΦΥΛΛΟ την εξής συγκινητική ιστορία:

Σκηνή Ν. 1
Μικρούλα Nιγηριανή ( ειλικρινά δεν θυμάμαι, ίσως ήταν από τη Νότιο Αφρική) κόβει βόλτες με τον πατέρα της , μέσα σε καρότσι, στην Πατησίων προ διετίας.

Σκηνή Ν. 2
Ευγενική λευκή κυρία προσφέρεται να τους πάει με ταξί στον προορισμό τους, για να μην ταλαιπωρούνται.

Σκηνή Ν. 3
Δύο χρόνια μετά, η μικρή φωνάζει τρεις γυναίκες μαμάδες. Τη φυσική μαμά, τη μαμά κλύσμα ( λευκή κυρία από τη σκηνή δύο που προτείνει στον πατέρα αποχαιρετώντας τον από το ταξί να βλέπει που και που την κορούλα του ) και την 33χρονη κόρη της μαμάς κλύσματος.

Τι έχει συμβεί
Η κυρία προφασιζόμενη πως ερωτεύτηκε ( δεν ξέρω πως να το εξηγήσω, είναι σαν τον έρωτα, δεν μπορείς να εξηγήσεις γιατί ερωτεύτηκες - και ποιόν) αποφασίζει μετά την κούρσα με το ταξί να υποστηρίξει τη μικρή οικονομικά, διεκδικώντας παράλληλα την κραταιά ιδιότητα της μάνας. " Δεν μας πειράζει που περνάει τον περισσότερο χρόνο σε άλλο σπίτι η κόρη μας, αφού την αγαπάνε και την προσέχουν" κάπως έτσι τοποθετούνταν η φυσική μητέρα στο κείμενο.

Πώς το εξηγεί η ίδια
Για την ηλίθια με το σύνδρομο Τερέζας και τα δυτικά ενοχικά, ήταν απλό το ζήτημα " Πάντοτε μ' αρεσαν αυτά τα έγχρωμα παιδάκια και ήθελα να κάνω κάτι για αυτά ".

Σημείωση
Στην εισαγωγή του κειμένου, το κοριτσάκι αναφέρονταν ως το "σοκολατάκι" που κλέβει τις καρδιές όλων.

Συμπέρασμα
Εδώ ο κόσμος καίγεται, μάχιμα ρεπορτάζ περιμένουν σε κάθε γωνιά αυτής της εμπόλεμης πόλης και τα σαββατοκυριακάτικα ένθετα, όπως σωστά παρατήρησε και ένας φίλος, την έχουν δει χαρούμενοι διασκεδαστές, σαν το club mediteranne. κρίμα γιατί ο Ταχυδρόμος ειδικά, δέχτηκε το φιλί της ζωής με νέα διεύθυνση προ διετίας και εξ ενός σημείου και ύστερα βρέθηκε να μετράει τους παφλασμούς του δημοσιογραφικού του βούρκου..

θα ξαναπώ..αν είναι να βγάζουν θέματα από τον κώλο τους, ελπίζω τουλάχιστον άλλη φορά πρώτα να τα πλένουν..

ΥΓ- Η κάλυψη του Υποβρυχίου στο τεύχος Ιανουάριος- Φεβρουάριος για τα .. ας τα πω και 'γω "Δεκεμβριανά" με άφησε άφωνη. θα θυμάστε ότι το Έψιλον παρότι επανήλθε αρκετές φορές με σχετικά κομμάτια και ένα τεύχος αφιέρωμα ( μας ρήμαξαν τη ζωή, θα ρημάξουμε τα πάντα) , στην ουσία οι διαστάσεις που δόθηκαν ήταν περιορισμένες και το οπτικό υλικό εξαιρετικών φωτοειδησεογράφων που αποτύπωσαν με ειλικρίνεια τις ημέρες, πήγε περίπατο, διότι από τις μαχητικές εικόνες, προτιμήθηκαν σκηνές από την άδεια πόλη, κατόπιν επεισοδίων. Λες και δίνει κανείς μισό αρχίδι για τον φωτογράφο που σεργιάνισε με χρονοκαθυστέρηση μπάτσων, σε ένα άδειο θέατρο για να τραβήξει μια παράσταση που μόλις κατέβηκε. Το Υποβρύχιο, τώρα, που παρουσιάζει την φερέλπιδη εικόνα, να πηγαίνει από το καλό στο καλύτερο ( παρόλο το χαοτικό στήσιμο του εντύπου, που είναι για να σου πέφτουν και τα φρύδια) , άντε να ξαναβρει διαφημιστές μετά από τα νεύρα που τσάκισε...
Ετικέτες 2 σχόλια | edit post
Lilia Lekker
"So many names, games.
Who did u love?
Who did u really love?
....
If in the messy cocktail dregs of a midnight glass, a teardrop falls...

It's only love,

but gone, in the way of everything
.
Then what, in the hours of your life, is love?

It's here and gone
and gives it's name to EVERYTHING"
Lilia Lekker
Σκηνικό σε μετρό με πρωταγωνιστή τον κύριο της φωτογραφίας. Καμία εικοσαριά χιλιόμετρα προς τα βόρεια ή μάλλον υπερβόρεια: Δουκίσσης Πλακεντίας. Ελαφρύ ψύχος, εμφανής γκριζάδα, διάσπαρτοι περιπατητές και ένας λευκός σκύλος . Χαμένος ή ελαφρώς ακουσμένος ( χάι ον λάιφ που λέμε) κόβει βόλτες σε οκτάρια γύρω από την έξοδο του μετρό, Φουντωτός, ανέμελος και εμφανώς καλοχτενισμένος.

Όταν βγαίνω από το μετρό, έχει ήδη τραβήξει την προσοχή μιας (α), δύο (β) , τριών (γ) γυναικών, αγνώστων μεταξύ τους. Επιχειρούν με ποικίλα μέσα να διαισθανθούν, χωρίς να επικοινωνούν μεταξύ τους, αν ο εν λόγω σκύλος είναι αλήτης και άξιος της μοίρας του ή ένας μικρός πρίγκιπας του σαλονιού, θύμα κάποιας σκοτεινής ίντριγκας. Άντρας κανένας. Από τη δική μου φουρνιά, μένουμε άλλες τρεις (δ), (ε), (ζ), η μία φεύγει (γ)- θα σκέφτηκε ότι αλλάζει η βάρδια- οπότε μένουμε πάλι σύνολο πέντε (α, β, δ, ε, ζ). Μόνο οι δύο πρώτες διατηρούν ενεργό ρόλο στο ευαίσθητο αυτό ψυχανέμισμα, που μετατρέπεται γρήγορα σε σκληρό κυνήγι, καθώς ο Φ τρέπεται σε άτακτη φυγή, μόλις καταλαβαίνει ότι η φροντισμένη χαίτη του, ενόσω ανεμίζει εξαιτίας του απογευματινού βοριά, έχει προσελκύσει πλήθος τρελών, που τον ακολουθούν με μάτια, που γυαλίζουν. Αλλά δεν τρέχει, περπατάει με γρήγορο βάδην, με την ουρά κάτω από τα σκέλια, οπότε καμία δεν πτοείται (- άχου μωρέ, θα φοβάται το κακόμοιρο και αγχώνεται) και όλες μας πλέον έχουμε τοποθετηθεί στρατηγικά. Όπως στο βόλει. Τρεις μπροστά, δύο επιθετικές, έτοιμες να το καρφώσουν το άτιμο, μια πασαδόρα, σταντ μπάι μπας και της έρθει από το πούθεν και οι δύο αμυντικές πίσω να καλύπτουμε τα νώτα μας. Τώρα δεν κάνω πλάκα, είχαμε κάτσει πέντε λεπτά και κυνηγούσαμε το σκύλο, μέχρι που φτάσαμε στο τέλος του δρόμου με έντονη την ανησυχία ότι ο Φ θα κάνει την αυτοκτονική κίνηση να βγει στο δρόμο. Σε αυτό το σημείο ακριβώς, παρατηρώ έναν παντελώς αδιάφορο τύπο παραδίπλα να μιλάει στο κινητό, όσο μπανίζει το θέαμα χωρίς ίχνος συγκίνησης. Μοναδικός μάρτυρας της σκηνής αυτός και μάρτυς μου ο θεός, μοναδικός μαλάκας επίσης! Τη στιγμή που έχω βαρεθεί πια και έχω χάσει το μητρικό σκυλοενδιαφέρον ( έως τότε οραματιζόμουν την ιστορική στιγμή που θα ανακοίνωνα στη σκυλοφοβική γάτα μου " Αυτός είναι ο Φ, ο νέος σου αδερφός), γυρνάω πλάτη, αλλά ενστικτωδώς ξανακοιτάω πίσω, και τι να δω? O Φ είναι έτοιμος να κατουρήσει, ίσως σε αυτό να συνέβαλε το έντονο στρες, και οι ηγετικές φιγούρες της αποστολής α, β κατορθώνουν σε μια ύστατη στιγμή καλού συγχρονισμού, να τον πιάσουν στα πράσα και να τον μαζέψουν απ' το γκαζον.
Τότε ο τύπος... Τι νομίζετε ότι κάνει ο τύπος? Δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά για την ακριβή διατύπωση γιατί ήμουν μακριά για να ακούσω, αλλά από τη αμήχανη γλώσσα του σώματος των πρώην συντρόφων, όπως και τα άβολα-χαρούμενα βλέμματα, έγινε ξαφνικά ξεκάθαρο. Ο Φ ήταν του τύπου.
Ξεκαρδιστήκαμε φυσικά και οι πέντε, οπότε και επιτέλους μιλήσαμε μεταξύ μας.
Παρόλαυτά, η σημερινή μικροαπορία είναι η εξής: Τι είδους άνθρωπος βρίσκει φυσιολογικό το γεγονός ότι πέντε άσχετες μεταξύ τους γυναίκες τα παρατάνε όλα και παίζουν πεντάλεπτο γύρω γύρω όλοι με το σκύλο του?! (Δηλαδή έλεος!)
Ετικέτες 0 σχόλια | edit post
Lilia Lekker
-Tώρα το χτύπησα, πάρτε το , γιατί κοιτάτε όλοι σαν ούφα;! ( αυθαίρετη χρήση πληθυντικού λόγω βιασύνης)

Tι να κάνουν τα κορίτσια το πήραν, παρόλο το τραμπουκισμό. Δεν έφταιγα όμως, πας να κάνεις την καλή και θα στο βγάλουν απ' τη μύτη, είναι βέβαιο. Δέκα λεπτά προσπαθούσα να βρω άνθρωπο, να πάρει το ακριβοθώρητο εισιτήριο του μετρό, άρτι χτυπημένο, αλλά τζίφος. Άρχισα να πιστεύω ότι το μικρό ορθογώνιο χαρτάκι, που κρατούσα στο χέρι μου, ήταν μια οπτική ψευδαίσθηση και στην πραγματικότητα πουλούσα χρησιμοποιημένα τάπερ, παρενοχλώντας βιαστικούς και κυρίως αθώους πολίτες, που μου κουνούσαν το χέρι, προτού αρθρώσω λέξη , γιατί εκείνοι διαισθάνονταν ότι επρόκειτο για ενοχλητική μύγα με προφανή στόχο τη μύτη τους. Το πλησιέστερο σε επικοινωνία που κατόρθωσα, ήταν ένας τύπος, που ανταποκρίθηκε στο βλέμμα μου, αλλά μετά τρόμαξε. Η ευθεία πρόταση του χεριού μου, φάνηκε να τον κλόνισε , αυτόματα έκανε fade out και έμεινε σαν βαλσαμωμένος για καμιά δεκαριά δευτερόλεπτα. Δεν ήταν τίποτα ανησυχητικό, ανασυγκρότηση σκληρού έκανε, για να ανακοινώσει σε νευρικά αγγλικά "i have a card?" Έτσι, με ερωτηματικό στο τέλος. "Ε πες το ρε χριστιανέ", μουρμουράω η τουρίστρια και κάνω ένα βήμα αριστερά, να προλάβω τις δύο μαθήτριες, που είχα εντοπίσει με καλή χρήση περιφερειακής όρασης. Τι άγχος και αυτό ρε παιδιά. ΚΑΙ αυτές ανεπίδεκτες συνεννόησης. Ας μου πει κάποιος τι συμβαίνει στους ανθρώπους και ξεφεύγει το αι κιού τους σε ελεύθερη πτώση, όταν μετακινούνται ανέμελοι στους δρόμους. 'Ασε που συμπτωματικά, κάθε φορά το ίδιο- ξεχνάω να το αφήσω στα εκδοτήρια και έχοντας ανεβεί τη σκάλα, ψάχνω απελπίσμένη για τον/την ένα/μια, για εκείνον/εκείνη, για τον/την μοναδικό/μοναδική. Σήμερα, ειδικά, το χρώσταγα στα θεία ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για το συμπαντικό μπόνους, που λαμβάνω απρόσκοπτα τις τελευταίες ημέρες.

Χθες μου χάρισαν:

ΔΥΟ μπισκότα στα subway,
αποτέλεσμα καλού μάρκετινγκ
(-θέλω να μου δώσετε το καλύτερο σας μπισκότο.
- ορίστε, θα σας βάλω και από τα τρία να διαλέξετε μόνη σας.
-άφωνη)

ΕΝΑ μικρό ντόνατ στο φούρνο της γειτονιάς ,
αποτέλεσμα συμπόνοιας
(- τα γόνατα πως πάνε?
-ωραία, μια σκάλα πάω να ανεβώ και εγκαταλείπουν. αρχίζω κολυμβητήριο.
-εγώ με ποδήλατο βρήκα τη λύση.
-ωραία.
-πάρε ένα ντονατάκι.
-ωραία)

ΕΝΑ πακέτο χαρτομάντηλα, αποτέλεσμα αμηχανίας
(-συγνώμη, μήπως σας βρίσκεται ένα χαρτομάντηλο?
-ναι, έχω στο πόρτ παγκάζ νομίζω.
*βγαίνει από την μπεμβέ που καθόταν με αλάρμ και ξεκινά μια εκσκαφή που διαρκεί μια αιωνιότητα. τι γίνεται, σήμερα έχουν να πάρουν μπεμβέ αλλά για αποθήκη στο σπίτι νιέντε?
-ορίστε.
* πάω να βγάλω ένα να ικανοποιήσω τις ακόρεστες ορέξεις του δεξιού μου ρουθουνιού, έχω ξοδέψει ένα στρέμμα χαρτί από προχθές, αλλά με διακόπτει διακριτικά.
- όχι, κρατήστε τα παρακαλώ.
-woohoo!)

και σήμερα:

ΜΙΑ βιοψία στομάχου, αποτέλεσμα τύχης -απουσία καλύτερης εξήγησης
( -τι ταμείο έχετε;
- το "ζούμεγιανασαςσοδομίζουμεασάλιωτα".
- α, δεν σας καλύπτει πλέον χωρίς νοσηλεία... έχετε ξανάρθει για βιοψία?
- ουκ ολίγες...
- ε, που να κατεβαίνετε τώρα, να πληρώνετε κλπ, σας τη χαρίζουμε!
- toing..!)
Lilia Lekker
Χθες, Δευτέρα, επανασυνδέθηκα με τη φίλη μου, τη "Ξένη", σε ένα αστρικό επικοινωνιακό τζζζ. Ακόμα μαζεύω τα ατομικά μου κομμάτια, που σκόρπισαν στις έξι ηπείρους οι σαγκρίες, το υπέροχο βλαχοφανκ του panamos στο Flower και οι ροματζο-ιστορίες του αλιευθέντος από Πασαλιμάνι μεριά ζιγκολοταρίφα. Συντηρεί λέει τρεις γκόμενες ( μια πιτσιρίκα, μια χωρισμένη και μια τραγουδίστρια στο Σταυρό του Νότου). Το πιο καθηλωτικό ήταν , ωστόσο, ότι έχει εξισώσει τη ταρίφα του ταξιτζή με τη ταρίφα του ζιγκολό. Τσάμπα πράγμα δηλαδή. Θα ήταν λουκούλλειο δείπνο για την Πύον, αν εκείνη δεν ονειρευόταν έναν άντρα, με τον οποίο η καρδιά της θα καλπάσει ελεύθερη σε λιβάδια με αμυγδαλιές.
Αργότερα το βράδυ, στριμωγμένη σε ένα διπλό, με μια νωχελική ,λόγω εξαγωγής δοντιού, Νένια και το Κουνούπι Έμπολα, κατάλαβα ότι ήρθε ο καιρός να πιτσιλιστώ και 'γω μες τα ρυπασμένα νερά της ελληνικής μπλογκοπραγματικότητας- όχι γιατί έχω κάτι σπουδαίο να κοινοποιήσω στην ανθρωπότητα. Σίγουρα όχι γιατί θα έχω κάτι τέτοιο αύριο ή στις μέρες που θα' ρθουν. Σε φιλοξενία στη στήλη του Καπλάνι στα Νέα πριν λίγους μήνες, όπως διάβασα νωρίτερα, η "Ξένη" ξεκαθάρισε σε δημοσίευση της ότι δεν είναι στην πραγματικότητα μια Πολυξένη, αλλά μια ξένη. Σκέτο.
Στην πραγματικότητα, για όσους δεν τη γνωρίζουν, αποκαλύπτω, αναλαμβάνοντας πάσα ευθύνη, ότι πρόκειται για μια οντότητα, σίγουρα ξένη στο ανθρώπινο είδος, ένα όχημα με οδηγό τις αδιάγνωστες παθήσεις της Αξιοπρέπειας και της αστείρευτης Επιμονής της να ονειρεύεται διεξόδους, και να υλοποιεί, περιμένοντας μπροστά στα τα πιο κόκκινα φανάρια της πόλης χαμογελαστή. Μοναδικό της ατόπημα, το χρώμα της κώμης της, αλλά τι να κάνεις, τίποτα δεν είναι τέλειο εν τω κόσμω τούτω.
..για να μην πέσω στα σκληρά με την πρώτη..αυτό το χαζοποστάκι είναι για σένα babe*